Προσωπικό ιστολόγιο

του Παύλου Δούβλη

ΤΟ ΥΔΑΤΙΚΟ  ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΚΑΙ Η ΕΚΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ

Του Παύλου Δούβλη

Πριν σαράντα περίπου χρόνια εξαγγέλθηκε από την πολιτική ηγεσία η “εκτροπή του Αχελώου προς την Θεσσαλία”, για την ικανοποίηση των αναγκών του “κάμπου” σε νερό. Το έργο δίχασε την κοινή γνώμη αφού για μερικούς ήταν απαραίτητο για την οικονομική ανάπτυξη όχι μόνο της Θεσσαλίας αλλά της χώρας συνολικά  και  άλλοι το χαρακτήρισαν φαραωνικό, κυρίως έργο εντυπώσεων και λίγο πολύ περιττό. Για να πάρει κάποιος θέση σε αυτό το πρόβλημα πρέπει να δει πως δημιουργήθηκε και να ερευνήσει τις παραμέτρους που το επηρεάζουν.

ΓΕΝΙΚΑ

Αν μπορούσαμε να κάνουμε ένα αεροπορικό ταξίδι στο χρόνο, πάνω από την Θεσσαλία, στις αρχές του 21ου αιώνα και στη συνέχεια το ίδιο ταξίδι αλλά στις αρχές του 20ου αιώνα, θα είχαμε μια πρώτη εικόνα για την ζωή και τις αλλαγές που έγιναν σε αυτά τα εκατό χρόνια στην συγκεκριμένη περιοχή. Έτσι θα εντοπίζαμε αμέσως τις διαφορές οι οποίες πιθανά να μας οδηγούσαν και στα προβλήματα που έφερε η εξέλιξη της ζωής αυτά τα εκατό χρόνια.

Οι διαφορές με την πρώτη ματιά είναι πραγματικά σημαντικές και η περιοχή μοιάζει αγνώριστη. Η ποικιλία της φύσης του προηγούμενου αιώνα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την έντονα μονότονη σημερινή εικόνα του κάμπου. Το σχεδόν υποτροπικό τοπίο των χαμηλότερων περιοχών του κάμπου σε περιβάλλον  ηπειρωτικού κλίματος,  με τις λίμνες (Κάρλα,  Ξυνιάδα), τις εποχιακές λίμνες, τα άφθονα έλη και τους βάλτους με την έντονη βλάστηση εναλλάσσεται με τα ξεροχώραφα των λίγο ψηλότερων περιοχών. Την εικόνα αποδίδει πιστά ο Τσιτσάνης με το γνωστό τραγούδι “αραμπάς περνά σκόνη γίνεται….”

Την ίδια εικόνα βλέπουμε και στις ορεινές περιοχές της Θεσσαλίας όπου τα χωριά περιβάλλονται από τις καλλιεργήσιμες αναβαθμίδες, τα δάση και τα απαραίτητα για τα κοπάδια των οικόσιτων ζώων χορτολίβαδα.

Μετά από ένα αιώνα τα πράγματα έχουν αλλάξει δραματικά και το τοπίο είναι μάλλον μονότονο. Στον κάμπο κυριαρχεί η μονοτονία αφού έχει επικρατήσει η έντονη μονοκαλλιέργεια του βαμβακιού και στα ορεινά είναι ολοφάνερη η εικόνα της εγκατάλειψης. Έχουν τελείως εξαφανισθεί οι βάλτοι με τις καλαμιές και τα λιβάδια με τα κοπάδια. Ακόμη και ότι έχει μείνει από την λίμνη Κάρλα δείχνει φυλακισμένο.

Η διαφορά των δυο εικόνων είναι πολύ μεγάλη και κυρίως αφύσικη, πρέπει δε να ανοίξουμε μια παρένθεση για να εξετάσουμε στα γρήγορα το αποτέλεσμα της σύγκρισης, διότι το θέμα είναι πολύ σοβαρό και αποτελεί την αρχή ή μάλλον την βάση του σημερινού προβλήματος.

Στις αρχές του 20ου αιώνα τα χωριά στην Ελλάδα ήταν σε μεγάλο βαθμό  αυτάρκη και παρότι δεν ήταν πλούσια ήταν αρκετά εύρωστα ώστε να καλύπτουν τις βασικές ανάγκες της χώρας, αποτελούσαν δε την ραχοκοκαλιά της Ελληνικής οικονομίας αλλά και του πολιτισμού.

Η οικονομία των χωριών, όσο και αν φαίνεται παράξενο ήταν αυτή που επέτρεψε την επιβίωση του Ελληνισμού για χιλιάδες χρόνια κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, αφού αν και φαίνεται δύσκολη και πολύπλοκη στην πραγματικότητα ήταν εξαιρετικά “σοφή”. Και την λέω σοφή γιατί ήταν η απλούστερη δυνατή προσαρμοσμένη απόλυτα στη φύση, αποτελεσματική, ανθεκτική και λιτή. Μάλιστα χάρη σε αυτά τα χαρακτηριστικά απέφυγε σαν περιττό το στάδιο της φεουδαρχίας. Με δύο λόγια τα χωριά είχαν ένα είδος αειφόρου οικονομίας, η οποία μπορεί να μην έφερνε πλούτο, επέτρεπε όμως άνετα την συνέχιση της λιτής ζωής και η πρόοδος του τεχνικού πολιτισμού υπόσχεται και την οικονομική πρόοδο. Ακριβώς αυτό είναι και σήμερα το ζητούμενο.

Εδώ θα ήθελα να θέσω μερικά ερωτήματα για προβληματισμό:

  1. Γιατί η οικονομία των ορεινών περιοχών της Ελλάδας κατέρρευσε ενώ η αντίστοιχη στην Ελβετία ή την Αυστρία πάει πολύ καλά, αφού οι γεωμορφολογικές συνθήκες είναι λίγο πολύ ίδιες, αλλά η Ελλάδα είναι απείρως πιο ευνοημένη κλιματολογικά;
  2. Φέρνει η μονοκαλλιέργεια ανάπτυξη και με τι τίμημα;

ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Για να πάμε από την μια εποχή στην άλλη και να φθάσουμε στην σημερινή εικόνα, χρειάστηκε να περάσουμε από ορισμένα καθοριστικά στάδια. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Έτσι πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο άρχισε μια προσπάθεια επεκτατικής κατ΄ αρχή ανάπτυξης της αγροτικής παραγωγής της χώρας, με την καθοδήγηση Βρετανικών κυρίως οίκων. Η προσπάθεια αφορούσε κυρίως τις χαμηλές πεδινές περιοχές και με συνεχόμενα προγράμματα αποξηράνσεων αυξανόταν οι καλλιεργούμενες εκτάσεις.

Μέχρι την δεκαετία του εξήντα το σύνολο των πεδινών εκτάσεων της Ελλάδας είχε αποξηραθεί συμπεριλαμβανομένης και της Θεσσαλικής πεδιάδας. Και επειδή η ζωή συνεχίζεται, έπρεπε να συνεχισθεί με τον ίδιο ρυθμό και η “ανάπτυξη” οπότε μπαίνουμε στο επόμενο στάδιο, που είναι η εντατικές καλλιέργειες.

Τώρα όμως την λέξη ανάπτυξη την βάζω, δυστυχώς,  σε εισαγωγικά. Γιατί; Διότι ακριβώς τότε (τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του εξήντα) βρεθήκαμε αντιμέτωποι με το πρόβλημα. Πιο είναι το πρόβλημα; Ο κάμπος είχε αποξηραθεί πλέον και έχει την μορφή πραγματικής στέπας. Άρα αφού (πιστεύαμε ότι) έχουμε δαμάσει την φύση μπορούμε να προχωρήσουμε στις δυναμικές καλλιέργειες που είναι ελεγχόμενες και να φύγουμε από τα σιτάρια. Αυτές όμως είναι καλοκαιρινές και οι βροχές στη Θεσσαλία είναι χειμωνιάτικες, άρα χρειαζόμαστε τις αναγκαίες ποσότητες νερού το καλοκαίρι.

Την ίδια εποχή άρχισαν άμεσα και οι μελέτες για την επίλυση του προβλήματος. Η πρώτη σκέψη ήταν να συγκεντρωθεί το απαραίτητο νερό σε ταμιευτήρες περιφερειακά της Θεσσαλικής πεδιάδας. Για τον σκοπό αυτό ήταν απαραίτητη η μελέτη και η κατασκευή πολλών έργων υποδομής, όπως φράγματα, υδροηλεκτρικοί σταθμοί, αρδευτικά δίκτια, αποκαταστάσεις οικισμών, δρόμοι, αντλιοστάσια κ.λπ. Τα έργα αυτά είναι εξαιρετικά σύνθετα, προσκρούουν εκτός από τα τεχνικά και σε νομικά προβλήματα και το κυριότερο είναι πολύ δαπανηρά χωρίς μάλιστα να μπορεί κανείς να είναι βέβαιος για το τελικό κόστος.

Την προκαταρκτική μελέτη ανέλαβε μια έμπειρη Ελβετική εταιρεία και στα μέσα της δεκαετίας του εξήντα παρουσίασε την πρότασή της για την κατασκευή σειράς περιφερειακών φραγμάτων στους παραπόταμους του Πηνειού και ένα κεντρικό στην Κρύα Βρύση, Βόρεια της Καλαμπάκας. Τα πλευρικά θα ήταν Πύλης, Μουζακίου, Σμοκόβου, Ενιπέα, Νεοχωρίτη και ένα ή δύο στην περιοχή της Ελασσόνας.

Η πρόταση αυτή επιλύει ικανοποιητικά το πρόβλημα αλλά από την αρχή υπήρξαν ενστάσεις για το κεντρικό φράγμα στην περιοχή της Καλαμπάκας. Δεν γνωρίζω αν οι ενστάσεις αφορούσαν τεχνικά θέματα ή οικονομικά (λόγω των απαλλοτριώσεων) ή και τα δυο, αλλά η ουσία είναι ότι δεν επαρκούν πιά οι ποσότητες νερού των περιφερειακών φραγμάτων.

Με λίγα χρόνια διαφορά μια Γαλλική εταιρεία ανέλαβε την μελέτη του υδρολογικού ισοζυγίου της Θεσσαλικής λεκάνης καθώς και την εκτίμηση των υπογείων κοιτασμάτων νερού στην περιοχή και τι είναι δυνατόν να εκμεταλλευθούμε σε ετήσια βάση, χωρίς να προκαλέσουμε δυσάρεστες επιπτώσεις στο περιβάλλον. Το συμπέρασμα ήταν ότι μπορούσαμε να αντλούμε ακίνδυνα μέχρι περίπου τετρακόσια εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερό το χρόνο. Αρκετά καλά.

Για την επίλυση αυτών των προβλημάτων το πρώτο και πιο βασικό που χρειάζεται είναι να έχεις συνεχώς μπροστά σου τον ΑΝΣΚ (θα λέγαν στο στρατό), ώστε με την οργάνωση και τον άριστο προγραμματισμό κάποτε να τον πετύχουμε. Μόνο έτσι θα ήταν δυνατό να αντιμετωπισθούν τα συνεχώς εμφανιζόμενα προβλήματα αλλά και να μην διαταραχθεί η χρηματοδότηση των εργασιών. Είναι νόμος σε όλο τον κόσμο κανένας να μην χρηματοδοτεί έργα χωρίς σκοπό.

Με αυτά τα δεδομένα, πριν το τέλος της δεκαετίας του εξήντα, η τότε κυβέρνηση των στρατιωτικών στην προσπάθεια που έκανε για να δείξει διαγωγή και γρήγορο αποτέλεσμα, επέλεξε να αρχίσει την συστηματική άρδευση του κάμπου, με την εκμετάλλευση των υπογείων υδάτων. Έτσι  με την υποστήριξη και την  συνδρομή στην χρηματοδότηση διεθνών οργανισμών, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τροφίμων, άρχισαν τα προγράμματα “νομαρχιακών γεωτρήσεων” σε μεγάλο τμήμα του κάμπου.

Τεχνοκρατικά η λύση αυτή είχε αρκετά πλεονεκτήματα αρκεί να μην έπαιρνε τον χαρακτήρα της μόνιμης. Είναι γενικά παραδεκτό ότι τα υπόγεια νερά αποτελούν την <<εφεδρεία>> μιας περιοχής και μόνο συγκεκριμένες ποσότητες μπορούν να αντληθούν. Τα βασικά πλεονεκτήματα της άντλησης των υπογείων υδάτων είναι η γρήγορη απόδοση με πολύ χαμηλό κόστος επένδυσης και η ευελιξία. Τα άριστα αποτελέσματα των αρχών της δεκαετίας του 70 οδήγησαν γρήγορα σε ανεξέλεγκτη υπερεκμετάλλευση των υπογείων υδάτων με την ανεξέλεγκτη διάνοιξη γεωτρήσεων.

Τα δυσάρεστα ήταν φανερά ήδη από το 1977 όταν τα “αρτεσιανά” του κάμπου, αρχικά γίνονται περιοδικά και εν συνεχεία αόρατα. Η πτώση του υδροφόρου ορίζοντα στη Θεσσαλία είναι συνεχείς, με αποτέλεσμα το 1994 να μετρηθεί έλλειμα πάνω από ένα δισεκατομμύριο κυβικά μέτρα νερού και να παρατηρηθεί στις Ανατολικές περιοχές, μόλυνση του ορίζοντα από θαλασσινό νερό. Συγχρόνως η άντληση γίνεται από όλο και μεγαλύτερα. Σαν να μην έφθανε αυτό έγιναν πλέον φανερές και επιμετρήσιμες οι καθιζήσεις του εδάφους, σαν αποτέλεσμα των συνεχών αντλήσεων, λίγο πολύ σε όλη την έκταση του αρδευόμενου κάμπου.

Η πολιτική των εύκολων λύσεων συνεχίσθηκε αδιάκοπα για δεκαετίες και με μαθηματική ακρίβεια φθάσαμε στο σημερινό αδιέξοδο. Οι αντλήσεις γίνονται από βάθος μεγαλύτερο των 400 μέτρων και οι καθιζήσεις του εδάφους ξεπέρασαν σε μερικές περιοχές το ένα μέτρο. Στις παλαιές γεωτρήσεις, ο κάθε ένας μπορεί να δει ότι  οι τσιμεντένιες κεφαλές αιωρούνται περίπου ένα μέτρο πάνω από το έδαφος. Ίσως αυτή είναι μια από τις αιτίες που πλημμύρισε και ενδεχομένως εγκαταλειφθεί η αεροπορική βάση στο Στεφανοβίκειο, διότι το φαινόμενο είναι μη αναστρέψιμο. Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να δει τις επιπτώσεις της υπεράντλησης σε όλη τους την μεγαλοπρέπεια, στην περιοχή του Λας Βέγκας των ΗΠΑ.

Μετά την πτώση της κυβέρνησης των στρατιωτικών το 74 προστέθηκαν δύο ακόμη προτάσεις για το θέμα της Θεσσαλίας: Αρχικά η εταιρία SNC για λογαριασμό της ΔΕΗ, πρότεινε την εκτροπή μιας ποσότητας νερού από τον Αχελώο προς την Πύλη ή το Μουζάκι, με το ενδεχόμενο διαχείρισης μελλοντικά από κάποιον ενδιαφερόμενο. Ανεξάρτητα από αυτή την πρόταση ένας ειδικός Μηχανικός, ο Μαγειρίας, πρότεινε με έμφαση σε διάφορα συνέδρια, την ανάγκη εκτροπής νερών στη Θεσσαλία είτε από τον Αχελώο (Μεσοχώρα -Πύλη), ή από τον Αώο προς Καλαμπάκα με κάποιο φράγμα έστω μικρότερο στην Κρύα Βρύση. Και αυτή η λύση απαιτούσε μικρές ποσότητες νερών, περίπου 200 εκ. κ. μ. Την λύση η οποία μπορούσε να δώσει απάντηση σε κάθε τεχνικό, οικονομικό, αλλά και οικολογικό πρόβλημα (χωρίς κύριο φράγμα στην Καλαμπάκα) την επεξεργάσθηκε ομάδα της Διεύθυνσης Ανάπτυξης Υδροηλεκτρικών Έργων της ΔΕΗ με επικεφαλής τον Μηχανικό Δημήτρη Χατζηευθυμίου την δεκαετία το 80.

Τα πρώτα χρόνια του εικοστού πρώτου αιώνα τελείωσε η κατασκευή του περιφερειακού φράγματος του Σμοκόβου, χωρίς να έχουν ακόμα μέχρι σήμερα, ολοκληρωθεί  τα αρδευτικά έργα. Σε ένα βαθμό σαν αρδευτικά κανάλια χρησιμοποιούνται τα παλιά αποστραγγιστικά, με αποτέλεσμα να έχουμε μεγάλες απώλειες νερού και όχι χειροπιαστά αποτελέσματα. Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι η προσπάθεια κατασκευής του φράγματος άρχισε τις αρχές τις δεκαετίας του 80.

ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

Για να αντιληφθούμε το πρόβλημα σε όλη του τη διάσταση, πρέπει να έχουμε κατά νου τί έχουμε και τι θέλουμε (ή μάλλον τι θέλαμε) δηλαδή ποιος ήταν ο αντικειμενικός σκοπός. Τα στοιχεία είναι αναλυτικά διαθέσιμα στο παράρτημα των Περιβαλλοντικών Όρων του νόμου 3481 του 2006 ΦΕΚ 162 Α της 02.08.2006. Άρθρο 13.

Η συνολική πεδινή έκταση του κάμπου της Θεσσαλίας, κάτω από το υψόμετρο 250 μέτρα, είναι περίπου 3,5 εκατομμύρια στρέμματα. Τα με κάθε τρόπο αρδευόμενα στρέμματα πλησιάζουν τα 2,5 εκατομμύρια. Η Ανάγκες σε νερό της περιοχής ανέρχονται σε 200 εκ. κυβικά μέτρα νερού για τις αστικές περιοχές και 1.700 εκ. κυβικά μέτρα για τις αρδευτικές ανάγκες. Συνολικά η Θεσσαλία χρειάζεται 1900 κ. μ. νερό. Με αυτές τις ποσότητες θα καλύψουμε σε μια εικοσαετία περίπου και τις ανάγκες αναπλήρωσης των ελλειμάτων του υπογείου ορίζοντα.

Για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε σε γενικές γραμμές, αλλά σωστά, τα οφέλη της σωστής άρδευσης του κάμπου, θα κάνω ένα αναγκαστικό παραλληλισμό, θεωρώντας ( αν και γνωρίζω την δυσθεώρητη ανισοκατανομή των εσόδων ) σαν ενιαίο το σύστημα παραγωγών – εμπόρων. Οι τιμές επίσης είναι απλά τιμές “κάποιας εποχής” και μόνο συγκριτική αξία έχουν.

Ένα μη αρδευόμενο στρέμμα πχ 400 κιλά σιτάρι με 0,50 ευρώ το κιλό μας αποδίδει περίπου 200 ευρώ ετησίως.

Ένα στρέμμα βαμβάκι με ανάγκες περίπου 250 έως300 κ. μ. νερό αποδίδει περίπου 900 έως 1000 ευρώ ετησίως (με την επιδότηση). Τα έξοδα μόνο των αντλήσεων από τα 300 ή 400 μέτρα ακόμα και χωρίς ενεργειακή κρίση, καθιστούν την καλλιέργεια προβληματική.

Ένα στρέμμα κηπευτικών ή θερμοκηπίων με απαιτήσεις σε νερό πχ 400 κ. μ. ή και παραπάνω, αλλά χωρίς αντλήσεις, αποδίδει πάνω και από 4000 ευρώ ετησίως.

Ο αντικειμενικός σκοπός συνεπώς ήταν να δοθεί η δυνατότητα ώστε να είναι δυνατόν να  τετραπλασιασθεί η αξία της γεωργικής παραγωγής του Θεσσαλικού κάμπου, δηλαδή να προστεθούν σε κάποιες τσέπες μέχρι και εννέα δισεκατομμύρια ευρώ το χρόνο. Αυτή είναι η διαφορά.

Τα διαθέσιμα νερά από επιφανειακούς ταμιευτήρες είναι: Ταυρωπός 200, Σμόκοβο 130 και Κάρλα περίπου 70, συνολικά 400 εκατομμύρια κυβικά μέτρα και 350 από τα υπόγεια. Γενικό σύνολο 750 εκ. κ. μ. νερού. Το συμπέρασμα είναι ότι υπάρχει ετήσιο έλλειμα περίπου 1,2 δις. κ. μ. Τα φράγματα στον Ενιπέα, στον Νεοχωρίτη και στην Ελασσόνα μπορούν να αποταμιεύσουν επιπλέον 200 εκ. κ. μ. για να κατεβάσουν το έλλειμα στο στρογγυλό νούμερο του ενός δις κυβικών μέτρων νερού. Αυτό ακριβώς το νούμερο ήθελε να καλύψει το αρχικό σχέδιο, με εκτροπή από  τον Αχελώο 750 εκ. κ. μ. σε συνδυασμό με τα 300 περίπου εκ. κ. μ. νερό από το σύστημα Πύλης – Μουζακίου.

ΤΑ ΕΡΓΑ ΕΚΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ

Από τον Αχελώο έχει μετρηθεί ότι εκβάλλονται στη θάλασσα γύρω στα 7 δις κυβικά μέτρα νερό το χρόνο, ένα μέρος των οποίων (750 εκ. κ. μ.), θα κάλυπταν τις ανάγκες του Θεσσαλικού κάμπου. Το έργο εξαγγέλθηκε το 1983. Το εγχείρημα χωρίσθηκε σε δύο διακριτά μέρη: Το σύμπλεγμα των  έργων κεφαλής (από τον Αχελώο μέχρι τον κάμπο) και τα Αρδευτικά έργα (στον κάμπο). Τα έργα κεφαλής κλήθηκε να μελετήσει και να κατασκευάσει η ΔΕΗ.

Το 1985 η ΔΕΗ άρχισε την κατασκευή των έργων κεφαλής, συνολικού εκτιμώμενου κόστους 115 δις δραχμών, τα οποία περιλαμβάνουν:

Το κύριο φράγμα εκτροπής στην θέση Συκιά του Αχελώου με τον Υδροηλεκτρικό Σταθμό.

Επικουρικό φράγμα στη Μεσοχώρα με τον Υδροηλεκτρικό του σταθμό.

Την Σήραγγα εκτροπής από Συκιά σε Μουζάκι (δ. δ. Πευκόφυτου) και Υδροηλεκτρικό σταθμό.

Το κύριο φράγμα διαχείρισης του νερού στο Μουζάκι με τον δικό του Υδροηλεκτρικό σταθμό

Το επικουρικό φράγμα Πύλης με την συνδετήρια σήραγγα Πύλης Μουζακίου και

Την αναρρυθμιστική λιμνοδεξαμενή Μαυροματίου με τον δικό της σταθμό παραγωγής ρεύματος και σύνδεση με την κοίτη του Παμίσου . Από αυτή τη δεξαμενή αρχίζουν και τα αρδευτικά έργα.

Το μεγαλεπήβολο Έργο από την πρώτη στιγμή δέχεται έντονη κρητική σε πολλά επίπεδα αρχικά σαν πολυδάπανο με απρόβλεπτες παραμέτρους, ακολουθούν οι οικολογικές οργανώσεις οι οποίες προβάλλουν  δυσμενείς επιπτώσεις για το περιβάλλον. Υποβόσκουν οι αντιδράσεις συμφερόντων συνδεδεμένων με το βαμβάκι ως προς την αναδιάρθρωση των καλλιεργειών και οι έριδες για την ανάγκη και τις αρμοδιότητες του φορέα διαχείρισης. Ακόμα και η ΔΕΗ θα είχε ζημιές από την εκτροπή υδάτων στη Θεσσαλία. Δυσμενέστατα επέδρασσε και ο διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας ο οποίος έκανε κυρίως τα νωπά Ελληνικά αγροτικά προϊόντα μη ανταγωνιστικά στις αγορές της κεντρικής Ευρώπης.

Φυσική συνέπεια αυτών ήταν να μην γίνει δυνατή η εκπόνηση μιας οικονομοτεχνικής μελέτης η οποία να αποδεικνύει την αποδοτικότητα της επένδυσης, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η απρόσκοπτη  χρηματοδότηση του έργου. Σαν απάντηση η πολιτεία διαβεβαίωνε ότι είναι πολιτική απόφαση το έργο να γίνει και θα αποπερατωθεί με εθνικούς πόρους. Με αυτές τις συνθήκες οι εργασίες συνεχίζονται με αργούς ρυθμούς και το 1995 έρχεται στο προσκήνιο μια νέα πρόταση, με σκοπό να συμβιβάσει τις αντικρουόμενες απόψεις.

Η εναλλακτική πρόταση προέβλεπε μείωση στο μισό της εκτρεπόμενης ποσότητας νερού (300 – 400 εκ. κ. μ.), με αντίστοιχη μείωση του όγκου των κατάντι έργων δηλαδή σημαντική μείωση του ύψους του φράγματος Μουζακίου. Βέβαια οι εκπτώσεις συνεχίσθηκαν και σταδιακά τα έργα διαχείρισης των νερών σταδιακά και με διάφορες αφορμές καταργήθηκαν.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες το Φράγμα της Μεσοχώρας αποχωρίσθηκε από το σύμπλεγμα των έργων της εκτροπής και την κατασκευή του συνέχισε αποκλειστικά η ΔΕΗ. Αποπερατώθηκε πλήρως το 2001, σαν υδροηλεκτρικό, χωρίς ποτέ να μπει σε λειτουργεία.

Τα υπόλοιπα έργα συνεχίσθηκαν από το ΥΠΕΧΩΔΕ για ένα διάστημα, μέχρι που σταμάτησαν τελείως με απόφαση του ΣτΕ. Έως την διακοπή των εργασιών είχε προλάβει να κατασκευασθεί, ίσως το πιο δύσκολο αλλά και πιο σημαντικό έργο του συμπλέγματος, αυτό της συνδετήριας σήραγγας Συκιάς- Μουζακίου. Το συνολικό μήκος της σήραγγας (με τις προσπελάσεις) ξεπερνάει τα 19 χιλ. διασχίζοντας εγκάρσια πάνω από την μισή οροσειρά της Πίνδου. Για τα Ελληνικά δεδομένα πρόκειται για κατόρθωμα.

Το ίδιο πρέπει να τονίσουμε και για την σήραγγα προσαγωγής του φράγματος Μεσοχώρας, η κατασκευή της οποίας προηγήθηκε χρονικά αυτής του Αχελώου και χρησίμευσε σαν “οδηγός” για την διάνοιξη της. Το συνολικό μήκος της ξεπερνά τα 9 χιλ. (με τις προσπελάσεις, φρέατα και κεκλιμένο τμήμα). Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν ο προβληματισμός για την συμπεριφορά των πετρωμάτων της ζώνης της Πίνδου όταν οι σήραγγες θα περνούσαν ζώνες με υπερκείμενα, πάχους πάνω από ένα χιλιόμετρο. Τελικά απεδείχθη ότι ήταν λάθος και το παραδεκτό μοντέλο της Γεωλογίας της συγκεκριμένης περιοχής, αλλά παρόλα αυτά, όλες οι δυσκολίες και τα απρόβλεπτα ξεπεράστηκαν και αυτό ήταν όχι απλά μεγάλο αλλά τεράστιο επίτευγμα. Με λίγα λόγια μόνο όσοι “ξέρουν”  μπορούν να αντιληφθούν τι δυσκολίες ξεπεράσθηκαν.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΑΠΟΡΙΕΣ

Τελικά με τα δεδομένα ας πούμε του 2010 τα οποία είναι και σημερινά αφού τίποτα δεν άλλαξε αυτά τα χρόνια, τα διαθέσιμα νερά στη Θεσσαλία παραμένουν  περίπου 800 εκ. κ. μ. (450 από επιφανειακούς ταμιευτήρες και 350 από τα υπόγεια) και με δεδομένο ότι 200 εκ. κ. μ. είναι ανελαστικά (αστικές ανάγκες), ρωτάμε έναν τεχνοκράτη:

Με τα διαθέσιμα νερά που έχουμε, πόσα στρέμματα μπορούμε να ποτίσουμε;

Η απάντηση ύστερα από σκέψη είναι: Αν βελτιώσουμε το σύστημα άρδευσης ώστε να μην έχουμε απώλειες, επαναχρησιμοποιήσουμε μέρος των αστικών λυμάτων και κάνουμε λίγη οικονομία κυρίως με αναπροσαρμογή καλλιεργειών ώστε να διαθέτουμε 250 έως 300 κυβικά μέτρα το στρέμμα, μπορούμε σε ιδανικές συνθήκες με 700 εκ. κ. μ. να ποτίσουμε περίπου 2,5 εκατομμύρια στρέμματα. Η μερική εκτροπή χωρίς δυνατότητα διαχείρισης των νερών, δίνει μια ανάσα και βοηθάει τόσο στην σταδιακή αποκατάσταση του υδροφόρου ορίζοντα όσο και την ροή του Πηνειού, ο οποίος τα καλοκαίρια έχει την όψη βούρκου. Τα άλλα περιφερειακά φράγματα θα χρησιμεύσουν για να καλύψουν τις μελλοντικές ανάγκες.

Άριστη η δουλειά του τεχνοκράτη και χαλάλι τα λεφτά του, αλλά τι μας λέει για την εκτροπή; Μας λέει ότι το έργο αυτό καθαυτό πολύ λίγα μπορεί να συνεισφέρει στην άρδευση της Θεσσαλικής πεδιάδας, είναι όμως σημαντικό για την αποκατάσταση του οικοσυστήματος, αφού στην πραγματικότητα το “φαραωνικό” έργο το οποίο άλλαξε ριζικά την μορφή του Θεσσαλικού κάμπου είναι οι αποξηράνσεις.

Δηλαδή το αστείο είναι ότι τελικά η μερική έκτροπή, την οποία πολεμούν με κάθε τρόπο οι οικολογικές οργανώσεις, αποτελεί αποκλειστικά έργο περιβαλλοντικής αποκατάστασης και θα έπρεπε να ήταν όρος η πραγματοποίησή του, αν είχε γίνει μελέτη αποκατάστασης των επιπτώσεων της αποξήρανσης και άρδευσης του κάμπου. Συνεπώς η συνέχιση και αποπεράτωσή της έπρεπε να είναι απαίτηση των  οικολογικών οργανώσεων.

Αν έρθουμε πίσω στο 1996 βλέπουμε ότι το φράγμα στη Μεσοχώρα έχει πάρει το δρόμο του και η αποπεράτωσή του είναι απλά θέμα χρόνου. Το εργοστάσιο έχει δυο παραγωγικές μονάδες συνολικής ισχύος 160 ΜW και είναι υπολογισμένο να παράγει 385 εκατομμύρια kwh ετησίως κατά μέσο όρο, σαν ενέργεια κυρίως αιχμής. Το σύνολο του έργου ολοκληρώθηκε το τέλος του 2000 με αρκετή καθυστέρηση είναι αλήθεια, χωρίς ποτέ να τεθεί σε λειτουργεία. Η αιτία φαινομενικά είναι  η άρνηση μερικών θιγόμενων κατοίκων να δεχθούν τους όρους της απαλλοτρίωσης των περιουσιακών τους στοιχείων. Για να είμαστε ακριβείς η διαφωνία αφορά το είδος και το ύψος της αποζημίωσης.

Οι νομοθετικές ρυθμίσεις που έγιναν, έλυσαν ικανοποιητικά το πρόβλημα στα άλλα χωριά (Αρματολικό, οικισμό Φορτώση και Νέα Πεύκη), αλλά στη Μεσοχώρα υπήρξαν αντιδράσεις. Πιο συγκεκριμένα τα θιγόμενα σπίτια είναι περίπου διακόσια. Οι ιδιοκτήτες λίγο πάνω από 150 σπιτιών είχαν συμφωνήσει με την ΔΕΗ και είχαν προχωρήσει στην υπογραφή προσυμφώνων (συμβολαιογραφείο Πύλης). Από τους υπόλοιπους 20 έως 25 ζητούσαν σπίτι και χρήματα και περίπου 20 δεν δέχθηκαν την συμφωνία. Αποζημιώσεις δεν δόθηκαν σε κανένα και κάπου εκεί, αν είναι δυνατόν, τελείωσε η συζήτηση και το θέμα έληξε. Πιο σωστά το θέμα πάγωσε για πάνω από δέκα χρόνια οπότε το 2023τέθηκε προς συζήτηση και η ιδέα της δυνατότητας «εθελοντικής» κατά κάποιο τρόπο απαλλοτρίωσης όλου του χωριού. Η μη θιγόμενες από το φράγμα ιδιοκτησίες ανέρχονται σε περίπου τριακόσιες και στον τομέα αυτόν περιλαμβάνονται και το κοινοτικό γραφείο της Μεσοχώρας, εκκλησίες, σχολείο και λοιπά.

Τελειώνοντας θα αναφέρω μια συζήτηση που είχαμε μερικοί εργαζόμενοι με τον Μελετητή (και ψυχή) του έργου Δ. Χατζηευθυμίου γύρω στο 1990 σε σκυλάδικο των Τρικάλων (στην Αλεπού), ο οποίος επέμενε ότι αν δεν γίνει φορέας διαχείρισης η εκτροπή δεν θα γίνει ποτέ. Με την μουσική στο διαπασών τον ρώτησα επίμονα γιατί. Μου ανέφερε μεταξύ άλλων ότι  φαίνεται ότι θα υπάρξει πρόβλημα χρηματοδότησης που μπορεί να λυθεί μόνο αν τελειώσει η Μεσοχώρα, μείνει στον φορέα διαχείρισης και χρηματοδοτήσει στη συνέχεια τα λοιπά έργα.

Δυστυχώς τίποτα από αυτά δεν έγινε. Φορέας δεν έγινε, η Μεσοχώρα ολοκληρώθηκε αλλά δεν λειτούργησε ποτέ και τα υπόλοιπα έργα εγκαταλείφθηκαν. Για την ιστορία αναφέρω ότι το ΥΗΕ Μεσοχώρας από το 2000 μέχρι το 2023 θα είχε αποφέρει αθροιστικά στην Ελληνική οικονομία πάνω από ένα δις ευρώ. Τα τμήματα των έργων τα οποία τελείωσαν είχαν κυρίως σημαντικές χρονικές υπερβάσεις και λιγότερο οικονομικές, συνεπώς οι μελέτες και η κοστολόγηση των εργασιών απεδείχθη σε μεγάλο βαθμό σωστή. Άρα και η προ μέτρηση του 1985 ήταν απόλυτα σωστή, συνεπώς ο κ. Χατζηευθυμίου είχε απόλυτο δίκιο και η αποπεράτωση θα ήταν εύκολη υπόθεση, αφού το θέμα ήταν γνωστό από την αρχή και είχε προταθεί βιώσιμη λύση παρακάμπτοντας τις τράπεζες.

Τελειώνοντας θα αναφέρω δύο λόγια για ένα μικρό έργο στην περιοχή της Θεσσαλίας κοντά στην Ελασσόνα. Πρόκειται για το μικρό ή έστω μεσαίο φράγμα του Αγιονερίου χωρητικότητας 9—10 εκ. κ. μ. Είχε εγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους, είχε περιληφθεί στα Ευρωπαϊκά προγράμματα και είχε σε ένα ποσοστό χρηματοδοτηθεί από τα ευρωπαϊκά ταμεία. Επίσης δεν υπήρχε καμμιά αντίρρηση από την τοπική κοινωνία, ούτε παρουσιάσθηκε κάποιο τεχνικό πρόβλημα. Το φράγμα μπορούσε να ποτίσει 5 έως 6 χιλιάδες στρέμματα στην περιοχή από επιφανειακά νερά. Οι εργασίες άρχισαν και σταμάτησαν την δεκαετία του 2000 χωρίς ποτέ να ολοκληρωθούν μέχρι σήμερα.

Κατά σύμπτωση την ίδια τύχη με το μικρό αρδευτικό φράγμα στο Αγιονέρι Ελασσόνας είχε και ένα σχετικά ίδιου μεγέθους φράγμα της ΔΕΗ στην Ήπειρο. Πρόκειται για τον Υ.Ε. Σταθμό του Μετσοβίτικου, ο οποίος κατασκευάζεται στο ύψος της Χρυσοβίτσας και είχε σκοπό να αυξήσει την απόδοση του σταθμού του Υ.Η. Σταθμού των Πηγών Αώου, λίγο πάνω από δέκα τα εκατό περίπου. Τα σχετικά έργα άρχισαν προς το τέλος της δεκαετίας του ενενήντα, χωρίς ποτέ να ολοκληρωθούν μέχρι σήμερα (2023) και αυτό με διάφορες σοβαροφανείς αιτίες. Και σε αυτή την περίπτωση δεν υπήρξαν αστοχίες, ενστάσεις ή οποιαδήποτε αντίδραση. Φυσιολογικά χρονικά τα έργα δεν έπρεπε να ξεπερνούν σε διάρκεια τα δύο ή τρία χρόνια για να περατωθούν και με μικρό κόστος.

Δείτε ακόμα: