Προσωπικό ιστολόγιο

του Παύλου Δούβλη

ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ  ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ – ΤΡΩΙΚΟΣ  ΠΟΛΕΜΟΣ

Του  Παύλου  Δούβλη

Η Αργοναυτική εκστρατεία και ο Τρωικός πόλεμος είναι δύο γεγονότα τα οποία φθάνουν σε μας πιο πολύ σαν μυθικές διηγήσεις, παρά σαν ιστορικά γεγονότα με συγκεκριμένη αρχή και τέλος. Από αυτή την άποψη έχουν μία «στενή» σχέση διότι οι μεν Αργοναύτες σηματοδοτούν το τέλος της ελληνικής μυθολογίας, ο δε Τρωικός πόλεμος την αρχή της ελληνικής ιστορίας και τα μεταξύ τους όρια δεν είναι σαφή.

ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ  ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ

Στα Αργοναυτικά ο Απολλώνιος ο Ρόδιος μας αφηγείται το ταξίδι “εκστρατεία” του Ιάσονα στην Κολχίδα του Πόντου, για να φέρει στον θείο του τον Πελία το χρυσόμαλλο δέρας, που είχε μείνει στην Κολχίδα από την εποχή του Φρίξου και της Έλλης. Για να φέρει εις πέρας την αποστολή του, ζήτησε βοήθεια και από τις άλλες ελληνικές πόλεις. Βοήθεια έφθασε από παντού και στην Ιωλκό μαζεύτηκαν αρκετοί, ίσως και πενήντα, διάσημοι εκπρόσωποι πόλεων, πρόθυμοι να βοηθήσουν τον Ιάσονα.

Ανάμεσά τους βλέπουμε τον Θησέα, τον Ηρακλή με τον ανιψιό του Ιόλαο, τον Ναύπλιο πατέρα του Παλαμήδη, τον Πηλέα πατέρα του Αχιλλέα, τον πατέρα του Οδυσσέα Λαέρτη, τον Τελαμώνα που γιός του ήταν ο Αίαντας, και πολλούς άλλους. Πρέπει ξεχωριστά να αναφέρω τον Άργο, γιο του Φρίξου, ο οποίος πρωτοστάτησε στην κατασκευή του πρωτοποριακού για την εποχή πλοίου που θα τους μετέφερε στην Κολχίδα και το οποίο προς τιμή του ονομάστηκε Αργώ. Οι ερευνητές προσδιορίζουν ότι το ταξίδι πρέπει να έγινε γύρω στα 1380 π.Χ. με 1370 π.Χ. . Παρ΄ότι ο Ιάσονας διάλεξε να σταθμεύσουν στις ακτές της Θράκης και όχι στα στενά, όταν έφθασαν εκεί, ο Ηρακλής άφησε την παρέα και αποβιβάσθηκε στην Τροία. Φαίνεται ότι είχε άλλη σοβαρή αποστολή.

Στην Κολχίδα, βασιλιάς ήταν ο Αιήτης ο οποίος δεν αρνήθηκε να δώσει το χρυσόμαλλο δέρας, αν ο Ιάσονας μόνος χωρίς βοήθεια, ξεπερνούσε κάποιες δοκιμασίες. Πράγματι οι σύντροφοι μένουν αμέτοχοι και ο Ιάσονας περνάει τα “τεστ” με τις συμβουλές της Μήδειας, της παράξενης κόρης του Αιήτη που ήταν λέγεται και σπουδαία μάγισσα.

Ο μύθος συνεχίζεται με την επιστροφή των ηρώων η οποία είναι περιπετειώδης. Πρώτα ο Ιάσονας αναγκάσθηκε να πάρει μαζί του την Μήδεια, όπως της το είχε τάξει. Στη συνέχεια βλέπουμε τον Αιήτη να τους κυνηγάει διότι στην πραγματικότητα δεν ήθελε να αποχωρισθεί το χρυσόμαλλο δέρας, ενώ επίσης δεν εκτίμησε καθόλου το ότι ο Ιάσονας τον “απάλλαξε” από την Μήδεια και το πλήρωσε ακριβά με το που άρχισε την καταδίωξη. Τα προβλήματα δεν σταματούν εδώ καθώς στη συνέχεια εξαιτίας μιας πολύ έντονης κακοκαιρίας, θεόσταλτης, την είχε στείλει λέει ο Δίας, χάνουν τον προσανατολισμό τους και δεν βρίσκουν τον δρόμο για τα στενά. Ψάχνοντας, ο μύθος λέει ότι βρίσκουν ένα μεγάλο σαν θάλασσα ποτάμι, τον Ίστρο, που από εκεί αποφασίζουν να συνεχίσουν κωπηλατώντας αντίθετα με την ροή του. Το ποτάμι είναι ο Δούναβης και η λογική λέει ότι οι αργοναύτες ακολουθώντας παραποτάμους και ελώδεις, σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, περιοχές φθάνουν τελικά στην Αδριατική και τελικά παίρνουν ανάσα στο νησί των Φαιάκων.

Η συνέχεια της ιστορίας των αργοναυτών είναι γνωστή και δεν έχει πλέον σχέση με τον Πόντο, ή την Τροία. Εδώ υποχρεωτικά πρέπει να κάνουμε μια στάση για να δούμε τον μύθο με μια πιο πεζή ματιά, κάτι σαν επικαιροποίηση θα λέγαμε σήμερα. Η πρώτη παρατήρηση έχει σχέση με τον έλεγχο των στενών και την στάση των αργοναυτών στην Θράκη. Την ναυσιπλοΐα στα στενά εκείνη την εποχή, εκ των πραγμάτων την έλεγχαν οι Τρώες και οι Θράκες. Ο Ιάσονας στις ακτές της Θράκης συνάντησε τον Μάντη Φινέα, τον οποίο θεωρώ εκπρόσωπο του ιερατείου της περιοχής. Ο Φινέας τελικά “συμβούλεψε” τον Ιάσονα πώς να περάσει τα στενά, ή μήπως του “έδωσε την άδεια” να περάσει, αφού πρώτα πλήρωσε το αντίτιμο των “διοδίων”; Γιατί δεν πήγαν στην Τροία;

Η επόμενη κίνηση ήταν ο Ηρακλής να αποβιβασθεί στην Τροία. Από τους αργοναύτες, ο Ηρακλής ο Θηβαίος πρέπει να ήταν ο γηραιότερος και ίσως ο διασημότερος όχι μόνο των αργοναυτών αλλά και όλων των Ελλήνων συνολικά. Αν για κάποιον λόγο οι Τρώες είχαν περιορίσει, ή απαγορεύσει την διέλευση των πλοίων των Αχαιών από τα στενά, τότε ο Ηρακλής ήταν σίγουρα ο καταλληλότερος των Ελλήνων για να διαπραγματευθεί με τους Τρώες, αφού η Θήβα δεν είχε αξιόλογη ναυτική παρουσία. Συνεπώς θα μπορούσε να θεωρηθεί ουδέτερος, όσο για την αξιοπιστία την είχε ούτως ή άλλως. Άρα κάτι σοβαρό υποβόσκει μεταξύ Αχαιών και Τρώων. Το ταξίδι της επιστροφής της “Αργούς” μας δείχνει με βεβαιότητα ότι το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων αυτών δεν ήταν το καλύτερο για τους Αχαιούς, διότι οι Τρώες τώρα φαίνεται ότι τους απαγόρευσαν και την επιστροφή ακόμα, άσχετα τί θα έλεγαν οι Θράκες από απέναντι. Το θέμα ωστόσο καλύφθηκε κομψά πίσω από μια επίμονη κακοκαιρία που έστειλε ο Δίας.

Το ταξίδι της επιστροφής κρύβει πολλές ακόμη εκπλήξεις και επιβεβαιώνει την γνωστή παροιμία που λέει ότι “το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι”. Κάτι ήξεραν οι αργοναύτες και κωπηλατούν αντίθετα με την ροή του ποταμού, αλλάζουν ποτάμι (τέλος χειμώνα – αρχές άνοιξης), συνεχίζουν ξεκούραστα χωρίς να έχουν πλέον ανάγκη τα κουπιά και φθάνουν επιτέλους στην Μεσόγειο.

Το πώς γίνεται αυτό, όχι απλά το περιγράφει αλλά το αποδεικνύει επιστημονικά ο καθηγητής Υδρογεωλογίας Ηλίας Μαργιολάκος στην έρευνα που έχει κάνει με τον γενικό τίτλο Γεωμυθολογία. Μάλιστα μας βεβαιώνει ότι αυτού του είδους τα ταξίδια δεν ήταν αποκλειστικότητα των Αχαιών αλλά ακολουθούσαν τους δρόμους που ήδη είχαν ανοίξει, αιώνες πριν, οι Μινωίτες και οι νησιώτες του Αιγαίου. Ο κ. Μαργιολάκος μάλιστα υποστηρίζει ότι οι αρχαίοι Κρήτες,  σύμφωνα με τον Πλούταρχο, είχαν φτάσει ως την Αμερική, ενώ για τον Ιάσονα μας διαβεβαιώνει ότι είχε κι άλλες επιλογές στη διάθεσή του: Η μια ήταν, σύμφωνα με τους Ορφικούς, να συνεχίσει στον Ίστρο και μέσω του σημερινού Ρήνου να φθάσει στις σημερινές ακτές της Ολλανδίας οπού από εκεί τα ρεύματα του Ατλαντικού θα τον φέρουν στις Ηράκλειες Στήλες (Γιβραλτάρ), ενώ σύμφωνα με τον Απολλώνιο τον Ρόδιο, από τις πηγές του Ίστρου μέσω της κοιλάδας του Ροδανού και τον Ηριδανό (Πάδο;) θα μπορούσε να βγει ξανά στη Μεσόγειο. Μια άλλη επιλογή, θα ήταν να ανέβει από τον Εύξεινο Πόντο έως την Βαλτική και τον Ηριδανό το αρχαίο ποτάμι που διέσχιζε τις βαλτικές χώρες και έφτανε ως τη Γερμανία και τη βόρεια θάλασσα, μέσω του ποταμών Βορυσθένη (Δνείπερου) και του σημερινού Βιστούλα, ή όπως υποστηρίζει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης μέσω του Τάναϊ (Ντον) και του Βόλγα. Μετά τον δρόμο της επιστροφής τον ήξεραν.

Με αυτά τα δεδομένα για να αντιληφθούμε την ιστορία που διηγείται ο μύθος, θα πρέπει να αναπροσαρμόσουμε το αρχικό σκεπτικό, καθώς η Γεωμυθολογία δεν περιορίζεται στο κλίμα, ή τις γεωμορφολογικές συνθήκες μιας εποχής αλλά και στις αντίστοιχες κοινωνικές και οικονομικές παραμέτρους. Ο Ιάσονας για να ξεκινήσει το ταξίδι έπρεπε να έχει μαζί του πλοηγούς που να γνωρίζουν πολύ καλά τους δυνατούς τρόπους επιστροφής, άρα ήθελε άτομα που να έχουν εμπειρία από αυτά τα ταξίδια. Αν η αποστολή του είχε σχέση με συμφωνίες για την μεταφορά εμπορευμάτων (πλούτου) από τον Πόντο στη Μεσόγειο, τότε είχε ανάγκη ατόμων ειδικών στο εμπόριο και εξουσιοδοτημένων για οικονομικά θέματα διαπραγματευτών, καθώς και ελεύθερους για το εμπόριο δρόμους. Μόνο έτσι εξηγείται γιατί στο ταξίδι συμμετέχουν γόνοι από όλες σχεδόν τις πόλεις – βασίλεια των Αχαιών.

Ήδη εκείνη την περίοδο, οι ελληνικές πόλεις είχαν ξεκινήσει να δημιουργούν στην περιοχή του Πόντου και της Μικράς Ασίας αποικίες (πρώτος ελληνικός αποικισμός), ή ίσως πιο σωστά τοπικούς σταθμούς για την εξυπηρέτηση των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ Εύξεινου Πόντου και ανατολικής Μεσογείου. Η συνεχής όμως ανάπτυξη του εμπορίου αναγκάζει τελικά τις “μητροπόλεις” να αναβαθμίσουν τους σταθμούς αυτούς σε πραγματικές αποικίες. Η τάση αυτή είναι γνωστή σαν “δεύτερη αποίκιση των Ελλήνων” η οποία θα ολοκληρωθεί ως τον έβδομο αιώνα π.Χ. και θα περιλαμβάνει περιοχές από τον Εύξεινο Πόντο και την Μαιώτιδα Λίμνη (Αζοφική) ως τις Ηράκλειες Στήλες. Τί συμβαίνει όμως και η Τροία αντιδρά σε αυτή την τάση παρότι το λογικό θα ήταν ότι λόγω της γεωγραφικής της θέσης θα έπρεπε να χαίρει αυτής της κατάστασης αφού θα αυξάνονταν τα έσοδα;

ΤΡΟΙΑ

Για την Τροία ο μύθος λέει ότι ήταν κτισμένη στην γη της Φρυγίας και στην συμβολή του Ελλήσποντου με το Αιγαίο Πέλαγος, είχε μάλιστα και δύο λιμάνια. Την εποχή της Αργοναυτικής εκστρατείας είχε πολλά πλούτη από την ναυσιπλοΐα, από μεταλλεία και από την εκτροφή περίφημης ράτσας αλόγων. Βασιλιάς ήταν ο Λαομέδων, γιος του Ίλου ο οποίος λέγεται ότι είχε κτίσει το κάστρο της πόλης, το Ίλιον. Η πόλη ήταν κτισμένη γύρω από το κάστρο και περιβάλλονταν από ισχυρό τείχος.

Ο Όμηρος αναφέρει ότι το τείχος το έκτισε ο θεός Ποσειδώνας με την βοήθεια του Απόλλωνα και του θνητού Αιακού. Τους δύο θεούς, τους είχε προσλάβει με μισθό ο Λαομέδων. Ο αθεόφοβος μάλιστα δεν κράτησε και την συμφωνία για την αμοιβή τους.  Λέγεται ότι ο Ηρακλής αποβιβάσθηκε στην Τροία για να βοηθήσει την κόρη του Βασιλιά, Ησιόνη, την οποία ο πατέρας της προόριζε για τροφή (θυσία) σε ένα τέρας της θάλασσας. Η αμοιβή του Ηρακλή θα ήταν μερικά από τα άλογα της περιοχής. Ο Ηρακλής σκότωσε το θηρίο κι έφυγε αλλά άλογα δεν είδε. Αργότερα ζήτησε από τον φίλο του τον Τελαμώνα να μεσολαβήσει για να πάρει τα άλογα, αλλά ο Λαομέδων τον φυλάκισε και απειλούσε να τον σκοτώσει. Μεγάλο το λάθος του βασιλιά… Δεν τα βάζεις με τον Ηρακλή και μετά από λίγο βλέπει τα “ραδίκια ανάποδα”. Ο Ηρακλής “ελευθερώνει” τον Τελαμώνα αλλά τα εισαγωγικά είναι απαραίτητα γιατί ο Τελαμώνας δεν είναι πια ελεύθερος αφού παντρεύτηκε με την Ησιόνη και στο θρόνο της Τροίας ανεβαίνει ο γιος του Λαομέδωνα, ο γνωστός μας Πρίαμος.

Για αιώνες η Τροία ήταν κάτι σαν φάντασμα για τον απλό λόγο ότι κανένας δεν μπορούσε να προσδιορίσει την θέση της. Το 1871 ο Γερμανός αρχαιολόγος Ερρίκος Σλίμαν άρχισε έρευνες στην ευρύτερη περιοχή της συμβολής Ελλήσποντου και Αιγαίου. Οι έρευνες επικεντρώθηκαν σε ένα γήλοφο στην περιοχή Χισαρλίκ (τόπος οχυρών στα Τουρκικά) και συνέχισε τις εργασίες μέχρι το 1890 πιστεύοντας ότι βρήκε τα ερείπια της Τροίας. Τις έρευνες έκτοτε συνέχισαν διάφορες αποστολές, πλουτίζοντας τις γνώσεις για την ιστορία τη περιοχής. Ο γήλοφος έκρυβε ίχνη διαδοχικά κτισμένων οικισμών, καθέναν πάνω στον προηγούμενο, για την περίοδο περίπου από το 3000 π.Χ. έως το 1200 π.Χ.. Συνεπώς υπάρχουν πολλές Τροίες, οι οποίες αναπτύχθηκαν και καταστράφηκαν από διάφορες αιτίες. Η Ομηρική Τροία πιστεύεται ότι είναι η έκτη ή η έβδομη που αναπτύχθηκε στην περιοχή γύρω στο 1300 π.Χ.

Η Τροία που αποκαλύφθηκε έχει μία μικρή σχετικά ακρόπολη έκτασης μερικών στρεμμάτων, η οποία περιβάλλεται από πολύ ισχυρό τείχος. Κάτω από το κάστρο εκτείνεται η κυρίως πόλη σε έκταση περίπου 300 στρεμμάτων. Η πόλη περιβάλλεται επίσης από ισχυρό τείχος συνολικού μήκους 1500 μέτρων, το οποίο προστατεύεται από τάφρο. Ο πληθυσμός της φθάνει περίπου τα δέκα χιλιάδες άτομα. Έχει πρόσβαση σε υπόγειο ρέμα νερού με όρυγμα και σήραγγα σε βράχο μήκους περίπου 150 μέτρων. Γύρω από την πόλη υπάρχουν αρκετά χωριά. Οι ανασκαφές δείχνουν ότι η πόλη και τα γύρω χωριά εγκαταλείπονται συνεπεία εισβολής κοντά στο 1200 π.Χ.. Ταυτίζονται συνεπώς αρκετά ικανοποιητικά τα ευρήματα με την παράδοση.

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και μία συγκριτική γεωλογική μελέτη αμερικανικού πανεπιστημίου, η οποία έγινε μεταξύ 1997 και 2001. Σε αυτή συμμετείχαν εκτός των γεωλόγων, ιστορικοί και φιλόλογοι. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι γεωμορφολογικές περιγραφές των επών για την Τροία, το στρατόπεδο των Αχαιών, την περιοχή απόβασης του στόλου και άλλες περιοχές μαχών, γενικά συμφωνούν με τα σημερινά γεωμορφολογικά δεδομένα της περιοχής Χισαρλίκ. Η συγκεκριμένη γεωλογική μελέτη ίσως δεν είναι ικανή να επιβεβαιώσει την θέση της Τροίας (ούτε όμως την αποκλείει), αλλά σαν γεωλόγος μπορώ να βεβαιώσω ότι, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, βοηθάει πάρα πολύ στην διερεύνηση της προσωπικότητας του ποιητή. Διότι, αν η περιγραφή ασήμαντων γεγονότων για ένα έπος όπως π.χ. το χρώμα της σκόνης ή της λάσπης, είναι ακριβής, τότε αυτό σημαίνει ότι ο ποιητής έχει “πληροφορίες από πρώτο χέρι”.

Από την δημιουργία της πρώτης Τροίας μέχρι την εξαφάνισή της, η πορεία της πόλης είναι παράλληλη με την ιστορία της γειτονικής αυτοκρατορίας των Χετταίων με τους οποίους γενικά ήταν σύμμαχοι. Ο Όμηρος ξεχωρίζει σαφώς τους Τρώες από τους Χετταίους και θεωρεί τους Τρώες ομόγλωσσους και ομόθρησκους των Αχαιών. Οι ανασκαφές στην περιοχή επιβεβαιώνουν τον Όμηρο διότι αποκαλύφθηκαν πολλές επιγραφές της ελληνικής γραφής “γραμμικής β”. Αντίθετα η γραφή των Χετταίων ήταν σφηνοειδής. Για την θρησκεία και τους θεούς των Τρώων μιλούν τα ίδια τα έπη και εύκολα διακρίνουμε τους “πολιούχους” προστάτες θεούς της Τροίας αλλά και καθενός εκ των ηρώων. Οι διαφορές με τους Αχαιούς πρέπει να έχουν σχέση με τον έλεγχο των στενών και την ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Είναι συνεπώς ένα αιώνιο πρόβλημα το οποίο παραμένει επίκαιρο και δημιουργεί εντάσεις μέχρι σήμερα. Χαρακτηριστικά μπορεί να τεθεί το ερώτημα: Σε τι διαφέρει ο Τρωικός πόλεμος από την περίφημη μάχη της Καλλίπολης;

Ο ΤΡΩΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Για να απαντήσει κάποιος στο παραπάνω ερώτημα πρέπει να ξέρει και τις αιτίες των δύο πολέμων, τις συνομιλίες που προηγούνται, τις προετοιμασίες κτλ. Σε όλους τους πολέμους όλες οι παραπάνω διεργασίες καλύπτονται πάντα από ένα πέπλο μυστηρίου. Τι θέλω να πω… Ο Τρωικός πόλεμος έγινε, λέει, για μια ωραία γυναίκα την Ελένη που ήταν βασίλισσα στη Σπάρτη, ενώ η μάχη της Καλλίπολης ήταν ένα κεφάλαιο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου ο οποίος ξεκίνησε, λέγεται, λόγω της δολοφονίας του πρίγκιπα Φραγκίσκου Φερδινάνδου, διαδόχου του θρόνου της Αυστροουγγαρίας. Αυτά όλα διδάσκονται στο σχολείο και εκτός από τα σχολικά βιβλία τα γράφουν και οι εγκυκλοπαίδειες.

Μια συνολική εικόνα του Τρωικού πολέμου την έχουμε από ότι έχει διασωθεί από τα “Κύκλια Έπη” όπως είναι η “Αιθιοπίς”, τα “Κύπρια Έπη”, οι “Νόστοι” αλλά και από την Αινειάδα του Βιργιλίου. Τα περίφημα έργα του Ομήρου, Ιλιάδα και Οδύσσεια, μας δίνουν πολύ καλή εικόνα για τους ήρωες, μεγάλο μέρος του πολέμου, για την κοινωνική δομή κατά την εποχή των γεγονότων και την επιστροφή του Οδυσσέα.

Με δύο λόγια ο μύθος μας λέει ότι όταν ο γιος του Πρίαμου πρίγκιπας της Τροίας Πάρις (Αλέξανδρος), βρέθηκε σε ένα ταξίδι φιλοξενούμενος στην Σπάρτη, δημιούργησε δεσμό με την ωραία βασίλισσα της πόλης Ελένη και φύγανε μαζί για την Τροία παίρνοντας και ένα μέρος των θησαυρών της Σπάρτης. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε μεγάλη προσβολή και αιτία πολέμου. Οι Αχαιοί κινητοποιούνται, αποβιβάζονται στην Τροία και απαιτούν την επιστροφή της Ελένης και των κλεμμένων. Οι Τρώες αρνούνται και ο μακροχρόνιος πόλεμος αρχίζει. Βέβαια το ιερατείο της εποχής δίνει και το παρασκήνιο της ερωτικής ιστορίας. Μια μέρα, λέει ο μύθος, η θεά Έρις στον Όλυμπο αποφάσισε να δωρίσει ένα χρυσό μήλο (το μήλο της Έριδος) σε μια από τις θεές Ήρα, Αθηνά και Αφροδίτη. Επειδή είχε μόνο ένα και δεν της άρεσαν οι φασαρίες, ανέθεσε την επιλογή στον Πάρη να το δώσει αυτός στην ωραιότερη (στην “Καλλίστη” βεβαίως βεβαίως). Κι αυτός το δίνει στην Αφροδίτη. Τότε η Αφροδίτη με το μήλο (και όχι η Αφροδίτη της Μήλου) για να τον ευχαριστήσει του κάνει δώρο την ωραιότερη γυναίκα στον κόσμο, την Ωραία Ελένη, μαγεύοντάς την να τον ερωτευθεί. Συμπέρασμα: Έβαλε ο διαβολάκος την ουρά του… και το ιερατείο παίζει αποφασιστικό ρόλο στο να πάει ο Πάρις στη Σπάρτη.

Από τον μύθο ας πούμε και καμιά ιστορία. Επιγραφές των Χετταίων αναφέρουν ένα πόλεμο μεταξύ των Αχιγιάβα (Αχαιών) από τα δυτικά του Αιγαίου και της Μιλήτου υπό την ηγεσία του Ατταρισίγια (Ατρέα) με την συμμαχία της Ασσούα (Ασιατική) η οποία αποτελείται από είκοσι δύο πόλεις από την Θράκη, την Φρυγία στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η Βιλούσα (Βίλιον – Ίλιον και στη συνέχεια Τροία) και γενικά από την μικρασιατική πλευρά των στενών. Εντοπίζουν το πρόβλημα στην αθέτηση συμφωνίας για την προίκα που είχε συμφωνηθεί να δοθεί σε γάμο μεταξύ βασιλικών οικογενειών Αχαιών και Τρώων, ο οποίος είχε γίνει πριν αρκετά χρόνια.

Το θέμα της προίκας δεν ήταν μια απλή υπόθεση, διότι αφορούσε τρία σημαντικά νησιά του βόρειου – ανατολικού Αιγαίου πιθανόν την Ίμβρο την Τένεδο και την Λήμνο. Τί είδους προίκα μπορεί να αποτελούν αυτά τα τρία νησιά δεν είναι εύκολο να γίνει κατανοητό, διότι σε κάθε περίπτωση ποιος έχει τόσα εδάφη που να δίνει για προίκα αυτά τα τρία νησιά; Ο καθηγητής Κ. Κοπανιάς στο βιβλίο του “Ahhiyawa” μας βεβαιώνει ότι ο Αχαιός βασιλιάς έστειλε επιστολή στον βασιλιά των Χετταίων με την οποία έθετε το ζήτημα της προίκας που δεν δόθηκε.

Οι Μυκηναίοι το 1400 π.Χ. ελέγχουν όλη την Πελοπόννησο, την ανατολική Στερεά Ελλάδα, Αιτωλοακαρνανία, Θεσσαλία, έχουν καταλάβει την Κρήτη και την Μίλητο, η οποία ήταν αποικία της Κρήτης στις ακτές της Μικράς Ασίας, καθώς και όλα τα νησιά του κεντρικού και νότιου Αιγαίου. Συνεπώς λογικό ακούγεται να θυμηθούν την προίκα που δεν δόθηκε. Αυτά τα τρία (Ίμβρος, Τένεδος, Λήμνος) ήταν εξ’ άλλου και τα μόνα νησιά του Αιγαίου που δεν είχαν ακόμη υπό τον έλεγχο τους.

Κάθε πόλη ή νησί είναι ανεξάρτητη πόλη-κράτος (βασίλειο) και με κανένα τρόπο δεν μπορούν να θεωρηθούν ως μία ενιαία οντότητα, συνεπώς δεν μπορούν να συγκριθούν και με κανένα τρόπο με την αυτοκρατορία ας πούμε των Χετταίων. Σε αυτό το πλαίσιο υπάρχει μια στενή, κυρίως οικονομική, συνεργασία μεταξύ των βασιλείων των Αχαιών, η οποία γίνεται και στρατιωτική λόγω των περιορισμένων δυνατοτήτων που έχει κάθε το “βασίλειο” από μόνο του. Επειδή οι οικονομικές δυνατότητες της κάθε πόλης είναι επίσης περιορισμένες, κύρια πηγή εσόδων τους έγινε το “διεθνές” κατά κάποιο τρόπο εμπόριο κυρίως μεταξύ Πόντου και ανατολικής Μεσογείου, συνεπώς το καθεστώς των στενών είναι ζωτικής σημασίας γι’ αυτούς. Τον πρώτο λόγο, την αρχηγία την έχει το πιο εύρωστο οικονομικά κρατίδιο, γι’ αυτό και κανένας δεν αμφισβητεί την πρωτοκαθεδρία των Μυκηνών. Εκτός αυτού οι βασιλικές οικογένειες πολλές φορές συνδέονται και με συγγενικούς δεσμούς.

Το ερώτημα πότε έγινε ο Τρωικός πόλεμος είναι πιο δύσκολο να απαντηθεί και από το εάν έγινε αυτός ο πόλεμος. Οι αναφορές που υπάρχουν και μας λένε ότι έγινε, δεν συμφωνούν όμως στο πότε έγινε. Ανάλογα την πηγή, οι πιθανές χρονολογήσεις αρχίζουν από το 1135 π.Χ. (Έφορος), το 1180 π.Χ. μας λέει ο Ερατοσθένης, το 1209 π.Χ. το Πάριο Χρονικό, το 1250 π.Χ. ο Ηρόδοτος και τέλος ο Δούρις το 1334 π.Χ.. Σύγχρονες έρευνες που έγιναν μετά τον εντοπισμό των ερειπίων της Τροίας επιβεβαιώνουν τον Ερατοσθένη, γιατί τότε κάηκε η πόλη (ή κάποια πόλη), αλλά η καταστροφή αυτή δεν είναι σίγουρο ότι  είναι αποτέλεσμα του Τρωικού πολέμου. Ο σύγχρονος ερευνητής Μ. Τσικριτζής με βάση τις δικές του έρευνες, πάει τον πόλεμο περίπου εκατό χρόνια πιο παλιά, γύρω στα 1340 π.Χ. και συμφωνεί απόλυτα με την τελευταία μαρτυρία. Λογικά και η διαφορά μεταξύ Τρωικού πολέμου και Αργοναυτικής εκστρατείας πρέπει να είναι γύρω στα τριάντα με σαράντα χρόνια, αφού στη μία συμμετέχει ο πατέρας και στην άλλη ο γιος.

Τα όσα αναφέρονται για τους αργοναύτες και τον Τρωικό πόλεμο δεν αποτελούν χειροπιαστά δεδομένα ωστόσο τα θολά ή ασαφή δεδομένα δεν είναι λίγα και από αυτά μπορούμε να σκιτσάρουμε ένα περίγραμμα των γεγονότων. Κατ΄ αρχή πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι οι Τρώες δεν έχουν άμεση σχέση με τους Χετταίους πέρα από την μεταξύ τους συμμαχία. Περιγράφεται (με την γραφή τους) ως ανεξάρτητη ελληνική πόλη και αναφέρεται με τα ονόματα Βιλούσα ή Τρουίσα με προστάτη θεό τον Απαλλούνια. Αυτό επιβεβαιώνεται από τον Όμηρο και τον μύθο. Συνεπώς ο Τρωικός πόλεμος είναι ξεκάθαρα ένας ακόμη ελληνικός εμφύλιος.

Ο Χετταίος βασιλιάς μας δίνει και την πληροφορία για το γράμμα που έλαβε από τον βασιλιά των Αχαιών σχετικά με την εκκρεμότητα της προίκας. Η επιστολή δεν έχει την μορφή τελεσιγράφου, αλλά ενημέρωσης για το ενδεχόμενο επικείμενης επέμβασης στην Τροία. Στο διάστημα μεταξύ των δύο μύθων γνωρίζουμε ότι έγινε ο περιπετειώδης  γάμος του Τελαμώνα με την Ησιόνη με την διπλή παρέμβαση του Ηρακλή. Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι η μια πλευρά δεν δέχεται ότι έγινε, ή ότι ήταν νόμιμος αυτός ο γάμος. Συνεπώς γιατί να μιλάμε για προίκα;

Η λογική λέει ότι ο Ηρακλής δέχθηκε να βοηθήσει την Ησιόνη (από εξωτερικό εχθρό), φεύγει από την Τροία, εκτελεί την αποστολή αλλά δεν πληρώνεται. Όταν επέστρεψε στην Τροία, δεν το έκανε ειρηνικά, φαίνεται ότι κατέλαβε την πόλη με επιδρομή, σκότωσε τον βασιλιά της και πιθανά απαίτησε να δοθούν τα τρία νησιά στους Αχαιούς. Για να φανεί πιο κανονικό το παρουσίασε σαν προίκα και όχι σαν όρο για να αποχωρήσει. Κάτι σαν εγγυητές στην με όρους συμφωνία αποχώρησης των Αχαιών από την Τροία και την ενθρόνιση του Πρίαμου, πρέπει να ορίζονται οι Χετταίοι. Αν ισχύει κάτι από αυτά τότε η δύναμη του Ηρακλή είναι το μυαλό του και όχι τα μπράτσα του. Στη συνέχεια ο θάνατος του Ηρακλή φέρνει νέες ισορροπίες και οι Αχαιοί βιάζονται να αναλάβουν την διοίκηση των νησιών. Η επιστολή μας δείχνει ότι πριν την αποστολή της, η επέμβαση των Αχαιών στην Τροία είχε ήδη αποφασισθεί και σχεδιασθεί, εκτός αν παραδοθούν τα νησιά άμεσα. Η προετοιμασία ήταν πολύχρονη, διήρκεσε περίπου δύο χρόνια και την οργάνωσαν ο Μενέλαος, ο Νέστορας και ο Παλαμήδης.

ΟΜΗΡΟΣ

Ο Τρωικός πόλεμος είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον Όμηρο, τον ποιητή ο οποίος με τα  έργα του, Ιλιάδα και Οδύσσεια, τον κρατάει επίκαιρο για περισσότερα από τρις χιλιάδες χρόνια. Όταν ο ίδιος ο Τρωικός πόλεμος βρίσκεται μεταξύ του μύθου και της ιστορίας, δεν θα μπορούσε ο ποιητής μερικών επεισοδίων του πολέμου και της επιστροφής των πρωταγωνιστών να έχει άλλη θέση, βρίσκεται και αυτός μεταξύ μύθου και ιστορίας. Τα ερωτήματα και οι υποθέσεις για την καταγωγή, τους γονείς και το πότε ακριβώς έζησε, ακολουθούν τον Όμηρο μέχρι σήμερα, μερικοί ακόμη διερωτώνται αν είναι ο ίδιος ποιητής που συνέθεσε τα δύο έργα, πια ήταν η αρχική τους μορφή και τι προσθήκες έγιναν.

Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι σημερινά, είναι διαχρονικά και οι απαντήσεις που δόθηκαν σε μερικά από αυτά, είναι τελικά σαν να μην δόθηκαν, αφού τα ερωτήματα παραμένουν. Η πρώτη περίπτωση είναι αυτή του Πεισιστράτου ο οποίος το 535 π.Χ. δημιούργησε μια επιτροπή ποιητών και σοφών με σκοπό να “καθαρίσουν” τα Ομηρικά Έπη από τις τυχόν προσθήκες που είχαν γίνει αυτούς τους αιώνες και στη συνέχεια να γραφούν ώστε να αποφευχθούν περαιτέρω αλλοιώσεις. Το αποτέλεσμα της εργασίας αυτής της επιτροπής είναι το κείμενο που έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας. Η επιτροπή δεν διαπίστωσε “λόγους” που να την οδηγούν στην υποψία ότι έχουμε να κάνουμε με έργα δύο ποιητών και ήξερε πολύ καλά τί έλεγε.

Στη συνέχεια ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός, περίπου το 100 μ.Χ., ζήτησε από το Μαντείο των Δελφών να του απαντήσει στο ερώτημα: Ποιος και από που ήταν ο Όμηρος. Το Μαντείο δεν έβαλε την Πυθία να βγάλει χρησμό του τύπου “αν είναι κι αν δεν είναι…”, αλλά εξέδωσε κατ’ ευθείαν πράξη γεννήσεως του Ομήρου σύμφωνα με την οποία:  “Όμηρος Ιθακήσιος εστί, Τηλέμαχος πατήρ και Νεστορέη Επικάστη μήτηρ”. Τα δύο παραπάνω ιστορικά δεδομένα νομίζω ότι δίνουν τελεσίδικα τις απαραίτητες απαντήσεις σχετικά με τον ποιητή.

Δεν γνωρίζω τους λόγους για τους οποίους αμφισβητείται, ή θεωρείται λανθασμένη η άποψη του Μαντείου, ούτε γιατί κρίνεται ανεπαρκής η εργασία της επιτροπής του Πεισιστράτου, αλλά με μια ματιά και μόνο στη βικιπαίδεια βλέπουμε ότι το Ομηρικό ζήτημα είναι ζωντανό και σήμερα. Οι διαφορές μεταξύ, του έργου και των λίγων ιστορικών αναφορών που έχουμε από την μια, και των υποθέσεων, μύθων ή προβληματισμών που ακολουθούν τον Όμηρο από την άλλη, είναι τεράστιες. Άλλο να υποθέτεις ότι έζησε περίπου το 750 – 850 π.Χ., άλλο να είναι εγγονός του Οδυσσέα και να γεννήθηκε περίπου το 1325 π.Χ., άλλο Ιθάκη – Πύλος και άλλο Χίος – Σμύρνη. Οι διαφορές δεν περιορίζονται τόσο στον χώρο ή τον χρόνο, όσο στην ουσία του ίδιου του έργου του ποιητή, διότι η στενή συγγένεια με ένα των ηρώων θέτει από μόνη της μερικά όρια στο τι (και γιατί) θα πεις, όσο και στο τι (και γιατί) δεν θα πεις.

Η απάντηση του Μαντείου στον Αυτοκράτορα εξηγεί πολύ καλά γιατί ο ποιητής, “αφιερώνει” περισσότερο από το μισό έργο στον ήρωα του και δεν αναφέρομαι μόνο στην Οδύσσεια αλλά και στην Ιλιάδα. Αυτό με μια πρώτη ματιά είναι λίγο παράξενο, διότι οι σημαντικότερες προσωπικότητες στο στρατόπεδο των Αχαιών είναι οι Αχιλλέας και Παλαμήδης, ίσως εδώ να προσθέσουμε λόγω θέσεως και τον Αγαμέμνονα.

ΙΛΙΑΔΑ

Στην Ιλιάδα ο ποιητής περιγράφει, σε περισσότερους από 15 χιλιάδες στοίχους, τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν, σε ένα διάστημα περίπου ενάμισι μήνα (51 ημέρες) τον δέκατο χρόνο του Τρωικού πολέμου έξω από τα τείχη της Τροίας. Τον ποιητή δεν τον ενδιαφέρει ο πόλεμος αυτός καθ΄ εαυτός, δεν ασχολείται ούτε με τις αιτίες που τον προκάλεσαν, ούτε με την εκστρατεία ή τα πολεμικά γεγονότα, δεν τον ενδιαφέρει το τέλος του πολέμου ούτε τα αποτελέσματα που προκλήθηκαν. Μάλιστα οι πολεμικές επιχειρήσεις των συγκεκριμένων ημερών οι οποίες εξιστορούνται αναγκαστικά, σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν το κεντρικό θέμα, αλλά το φυσικό πλαίσιο της μυθοπλασίας.

Η Ιλιάδα αρχίζει όταν ο ντόπιος ιερέας του Απόλλωνα Χρύσης, πηγαίνει στη σκηνή του Αγαμέμνονα να του ζητήσει να ελευθερώσει την κόρη του Χρυσηίδα, αυτός τον διώχνει και αρχίζουν τα δεινά. Ήρωες και θεοί διχάζονται για την συμπεριφορά του Αγαμέμνονα και αυτό είναι το πρώτο και κύριο θέμα του ποιήματος. Ο σεβασμός στις επιταγές των θεϊκών νόμων (άρα και στο ιερατείο) και η ιεράρχηση τους σε σχέση με τους υπάρχοντες νόμους, απασχολεί και σήμερα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σχεδόν όλη την ανθρωπότητα, σαν να μην έχει περάσει ούτε μια μέρα.

Στη συνέχεια ο Αχιλλέας πιστεύοντας ότι και λίγος σεβασμός στο ιερατείο δεν βλάπτει, όταν μάλιστα τώρα δεν υπάρχει ο Παλαμήδης να αντιμετωπίσει τα αναμενόμενα δεινά, έρχεται σε σύγκρουση με τον Αγαμέμνονα. Η διαμάχη παίρνει προσωπικό χαρακτήρα και ο Αχιλλέας αποσύρει τους άνδρες του από τις πολεμικές επιχειρήσεις. Αυτή πιθανά είναι η πρώτη καταγεγραμμένη απεργία στην ανθρώπινη ιστορία με πολύ σημαντικές επιπτώσεις. Οι Τρώες εκμεταλλεύονται την απουσία του Αχιλλέα, βγαίνουν από τα τείχη και έχουν μερικές πολεμικές επιτυχίες. Ακολουθεί η παράλογη απόφαση του Πάτροκλου να αντιμετωπίσει τον ‘Εκτορα, σαν να είναι ο Αχιλλέας. Δεν είχε πει κάποιος στον δύστυχο ότι “τα ράσα δεν κάνουν τον παπά” και το πληρώνει με την ζωή του. Εξοργίζεται ο Αχιλλέας, ρίχνεται στη μάχη, αναθαρρούν οι Αχαιοί, κλείνουν τους Τρώες στα τείχη, αλλά ο Έκτορας μένει έξω για να αντιμετωπίσει τον Αχιλλέα με προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα και σκοτώνεται. Ο Αχιλλέας βεβηλώνει το νεκρό αλλά τελικά τον παραδίδει στους δικούς του για την ταφή. Η Ιλιάδα τελειώνει με την φράση: “Έτσι έκαναν αυτοί (οι Τρώες) την ταφή του Έκτορα”.

Πως να χαρακτηρίσει κανείς την Ιλιάδα “έπος-ηρωικό”,  όταν τον ποιητή δεν τον ενδιαφέρουν καν τα πολεμικά γεγονότα ή διάφορες φάσεις του πολέμου; Από την αρχή μέχρι το τέλος ασχολείται με τις ανθρώπινες σχέσεις και κυρίως με τους ηθικούς νόμους που πρέπει να διέπουν αυτές τις σχέσεις. Με αυτή την ματιά το ποίημα από τους πρώτους στοίχους μέχρι τους τελευταίους, μάλλον σαν θρησκευτικός ύμνος ακούγεται παρά σαν έπος. Τις πραγματικές συνθήκες και τα ιστορικά δεδομένα θα τα προσεγγίσουμε αν δούμε τι κρύβεται πίσω από τις αλληγορίες του ποιητή, σχετικά με τα ονόματα του Χρύση, της κόρης του ή της Βρισηίδας ακόμη και από τις παρεμβάσεις των Θεών που αναφέρονται. Επίσης τα φυσικά φαινόμενα όπως οι εκλείψεις οι οποίες περιγράφονται, δεν είναι αποκυήματα της φαντασίας του ποιητή, αλλά πιστή περιγραφή γεγονότων τα οποία προσδιορίζουν με ακρίβεια (κατά τον κ. Μ.  Τσικριτζή) τον πραγματικό χρόνο που έλαβαν χώρα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να κάνουμε μια ιδιαίτερη αναφορά με δύο μόνο λόγια, για τρία πρόσωπα που έχουν άμεση σχέση με τα δύο ποιήματα και ίσως εξηγούν την θρησκευτικότητα την οποία εκπέμπουν ή τα μηνύματα που θέλει ο ποιητής να στείλει . Τα πρόσωπα αυτά είναι ο Οδυσσέας, ο Παλαμήδης και η ωραία Ελένη. Ο Παλαμήδης είναι ο λιγότερο γνωστός αλλά με μεγάλη διαφορά ο πιο σημαντικός από τους άλλους δύο. Ο Σωκράτης (εννιακόσια χρόνια μετά την εκτέλεση του Παλαμήδη) στην απολογία του, ακούγοντας το κατηγορητήριο και βλέποντας ότι θα έχει την ίδια τύχη, λέει ότι φεύγοντας από αυτόν τον κόσμο τουλάχιστον θα έχει την τύχη να συναντήσει τον Παλαμήδη τον σπουδαιότερο των Ελλήνων. Το τι κατόρθωσε να κάνει ο Παλαμήδης στη σύντομη ζωή του θέλει τόμους για να περιγραφεί.

Η γνωριμία την εποχή της στρατολόγησης των Αχαιών και στη συνέχεια η σχέση του Οδυσσέα με τον Παλαμήδη ήταν ιδιαίτερα τραυματική για τον ίδιο. Έφθασε στο σημείο, κυριευμένος από ζήλια και φθόνο, να κατασκευάσει ψευδής κατηγορίες κατά του Παλαμήδη για προδοσία, να τον φέρει μπροστά σε “έκτακτο στρατοδικείο” και εκμεταλλευόμενος την απουσία του Αχιλλέα και την ανεπάρκεια του Αγαμέμνονα να σκοτώσουν τον Παλαμήδη. Αυτό έγινε δύο ή τρία χρόνια πριν τα γεγονότα που περιγράφει ο Όμηρος στην Ιλιάδα και η συγγενική του σχέση με τον Οδυσσέα εξηγεί γιατί δεν κάνει καμία απολύτως αναφορά στο πρόσωπο του Παλαμήδη. Λίγο μετά τον θάνατο του Έκτορα ακολουθεί ο χαμός του Αχιλλέα και στη συνέχεια του Πάρη. Με τον θάνατο του Αχιλλέα ο Οδυσσέας αντιλαμβάνεται ότι ο πόλεμος χάνεται και έχοντας γνώση των ευθυνών του καταστρώνει το σχέδιο “Δούρειος Ίππος” στηριζόμενος στην πονηριά του.

Ο Όμηρος περιγράφει την ομορφιά της Ελένης με επίθετα στον υπερθετικό βαθμό αλλά και φρικτή ή απαίσια στον ίδιο βαθμό. Όπως είναι φυσικό οι χαρακτηρισμοί είναι μεταφορά στο ποίημα της γνώμης του Οδυσσέα για την Ελένη. Για μια όμορφη γυναίκα το “απαίσια” αφορά πάντα τον χαρακτήρα της. Ο μύθος λέει ότι ο Οδυσσέας λίγο πριν την άλωση της Τροίας κατόρθωσε και μπήκε στην πόλη, φυσικά μεταμφιεσμένος, για να κλέψει ένα μικρό άγαλμα της θεάς Αθηνάς. Εκεί πιθανά να είχε και άλλες ας πούμε κάπως ύποπτες ή πονηρές δουλειές, σ΄ αυτά ήταν σίγουρα πολύ ικανότερος από τον Παλαμήδη. Μετά από λίγες εβδομάδες ακολούθησε η εικονική αποχώρηση των Αχαιών, οι οποίοι άφησαν πίσω τους το μεγάλο και όμορφο ξύλινο άλογο, του οποίου νομίζω η κορμοστασιά και κυρίως το πρόσωπο, έμοιαζαν πάρα πολύ και όσο το κοίταζες καλύτερα λες και όχι απλά έμοιαζε αλλά ταυτιζότανε με την Ωραία Ελένη. Χάρι στον Δούρειο Ίππο λοιπόν ξαναμπήκε ο Οδυσσέας με μερικούς άνδρες, κρυφά αυτή τη φορά, στην πόλη. Όσο για την ίδια την Ελένη η οποία είχε γίνει μέλος της οικογένειας του Πρίαμου, μετά την άλωση της Τροίας ακολούθησε τον Μενέλαο και έζησαν αυτοί καλά, όπως λένε και τα παραμύθια.

ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Η δομή της Οδύσσειας είναι πανομοιότυπη με αυτή της Ιλιάδας. Σε περισσότερους από 12000 στοίχους περιγράφει τις τελευταίες σαράντα μια ημέρες της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη και εξιστορεί υπό μορφή διήγησης, τις περιπέτειες που είχε κατά την δεκαετή περιπλάνηση, καθώς και τον αγώνα του για να αντιμετωπίσει τα νέα δεδομένα που βρήκε στο παλάτι του. Υπάρχει όμως και μια μικροδιαφορά.

Με τον καιρό ο ποιητής συνειδητοποιεί ότι ο αλληγορικός τρόπος περιγραφής γεγονότων και χαρακτήρων διευκολύνει το έργο του διότι γίνεται πιο ευχάριστο και κατανοητό χωρίς να θίγει τοπικές εξουσίες. Αυτό λοιπόν που σε ένα βαθμό το χρησιμοποίησε στην Ιλιάδα, το κάνει στον μέγιστο βαθμό στην Οδύσσεια. Έτσι αντικαθιστά τους υπαρκτούς πασίγνωστους σε κάθε κοινωνία χαρακτήρες που όλοι γνωρίζουν με μυθολογικά τέρατα, διευκρινίζοντας από την αρχή ότι αναφέρεται σε άλλες πόλεις και άλλους ανθρώπους που γνώρισε ο Οδυσσέας κατά την περιπλάνηση του.

Όταν ταξιδεύεις γνωρίζεις άλλους τόπους, άλλους ανθρώπους, βλέπεις λαούς με διαφορετικά ήθη και έθιμα, αναγκαστικά συγκρίνεις καταστάσεις και τελικά προσαρμόζεσαι για να επιβιώσεις. Απαγγέλλει ο ποιητής τα χίλια μύρια προβλήματα που έπρεπε να λύσει ο Οδυσσέας για να φθάσει στην Ιθάκη. Απαγγέλλει (αλληγορικά) ο ποιητής τα χίλια μύρια εμπόδια που περνάει ο καθένας από μας στον τόπο του για να επιβιώσει κάτι που συνεχίζεται μέχρι σήμερα σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα.

Δεν χρειάζεται κανένα ταξίδι για να περάσεις από την Σκύλα και την Χάρυβδη. Σε κανένα ταξίδι δεν θα τις βρεις, αλλά στην ζωή σου θα τις βρεις μπροστά σου και θα τις περάσεις. Το ίδιο και με τις συμπληγάδες πέτρες, σε όσα μέρη και να πας δεν θα τις δεις αλλά στη ζωή σου και στο μικρότερο χωριό να είσαι πρέπει να τις περάσεις. Τις σειρήνες τις ακούς κάθε μέρα, εδώ δεν χρειάζεται να βγεις καν από το σπίτι σου, τις ακούς και τις βλέπεις καθημερινά. Άνθρωποι γύρω σου συμπεριφέρονται σαν γουρούνια χωρίς να παρεμβαίνει καμία Κίρκη και όσοι απ΄ αυτούς αντιληφθούν την κατάντια, να ξαναγίνονται άνθρωποι. Αν βρεθείς να δουλεύεις με μονόφθαλμο Κύκλωπα (σημερινή εκδοχή ημιμαθής με εξουσία) την έχεις βάψει. Αφήνω τους περίεργους που μια ζωή το μόνο που κάνουν είναι να σηκώνουν θύελλες.

Όλα αυτά τα “τέρατα” που πρέπει να αντιμετωπίσει και να ξεπεράσει ο κάθε ένας μας, βρίσκονται δίπλα μας, στον στενό περίγυρο και είναι το πρώτο επίπεδο δοκιμασιών. Δεν τελειώνουμε όμως εδώ, διότι τότε ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα δεύτερο “κύμα τεράτων” τα οποία είναι λίγο μακρύτερα από τον απλό άνθρωπο και δεν τα βλέπεις με την πρώτη ματιά. Είναι οι “μνηστήρες” οι οποίοι παρασιτούν μέσα σε κάθε παλάτι σε κάθε εξουσία και εποφθαλμιούν το θρόνο. Ο κανόνας μέχρι και σήμερα είναι άλλοι να δουλεύουν και άλλοι να καλοπερνούν γι’ αυτό και συνεχώς για όλες τις εξουσίες γίνεται ο ίδιος αγώνας, είναι ο αγώνας των μνηστήρων. Είναι ευγενείς, δεν δουλεύουν, αλλά ποτέ δεν τους λες αργόσχολους διότι «εργάζονται» για το «καλό μας», όπως λέει κι ένα τραγούδι του Γ. Μηλιώκα που γράφτηκε μερικές χιλιάδες χρόνια μετά τον Όμηρο. Η αμφίδρομη σχέση αυτών των τραγουδιών αποδεικνύει ότι μερικοί τραγουδοποιοί πάρα είναι διαχρονικοί.

Ο Όμηρος συνεχίζει την απαγγελία και μας λέει ότι ο Οδυσσέας εμφανίστηκε στο παλάτι σαν ταπεινός ζητιάνος και με την βοήθεια του γιου του εξόντωσε τους μνηστήρες, αρχίζοντας από τον Αντίνοο (τον Βλάκα), συνέχισε με τον Ευρύμαχο (τον Ύπουλο), τον Αμφίνομο κλπ. Δυστυχώς μέχρι σήμερα τέτοιοι τύποι πλαισιώνουν κάθε εξουσία και όλοι θα χρειασθεί κάποια στιγμή  να τους αντιμετωπίσουμε.

Το ταξίδι της επιστροφής του Οδυσσέα κλείνει με αλληγορικό τρόπο το κεφάλαιο των εξορμήσεων των Αχαιών στην Κολχίδα και την Τροία. Οι εκστρατείες δεν έχουν σκοπό την κατάκτηση ξένων τόπων, πιο πολύ φαίνεται ότι σχετίζονται με τους δρόμους του εμπορίου. Όλοι επιστρέφουν ή γι’ αυτό αγωνίζονται ασχέτως αν και πως θα το καταφέρουν, κανένας όμως δεν είναι ίδιος, ο χρόνος και οι εμπειρίες τους επηρεάζουν όλους, ίσως με διαφορετικό τρόπο τον καθένα. Το ερώτημα “και τι κέρδισαν από τον πόλεμο” ο ποιητής το αφήνει να αιωρείται, έτσι τα έπη Ιλιάδα και Οδύσσεια  στην ουσία αντιπροσωπεύουν το ταξίδι της ζωής όλων των ανθρώπων.

Αντίθετα με τον τρόπο εξιστόρησης της μυθοπλασίας, ο ποιητής αναφέρεται πάντα με ευθύτητα και  σεβασμό σε κάθε τι που έχει σχέση με τους θεϊκούς νόμους. Εδώ δεν επιτρέπονται οι αλληγορίες. Ειδικά την επιστροφή του Οδυσσέα πρέπει να την δούμε σαν την μεταβολή της προσωπικότητας του ήρωα που άρχισε από την στρατολόγηση και συνεχίσθηκε περνώντας από πολλές φάσεις κατά την διάρκεια του πολύχρονου πολέμου. Οι ακριβέστατες αναμνήσεις, που με τις διηγήσεις του μετέφερε στον Όμηρο, έπεισαν τον ποιητή ότι η επιστροφή του παππού στην Ιθάκη ήταν κατά κάποιο τρόπο η εξιλέωση του για τα όσα τον βάραιναν.

Βλέποντας την Οδύσσεια απ΄ αυτή τη σκοπιά, παρότι δεν είμαι ειδικός για το θέμα (κάθε άλλο μάλιστα), η Οδύσσεια μου θυμίζει τις αρχές του βουδισμού ή ίσως καλύτερα μιας “ θρησκευόμενης αθεΐας¨. Πιο σωστό είναι βέβαια το αντίθετο διότι η Οδύσσεια προηγείται αρκετούς αιώνες του Βουδισμού. Tον χαρακτηρισμό αυτόν είχα βρει για τον Βουδισμό και βλέπω ότι ταιριάζει αρκετά καλά και στην Οδύσσεια. Την αναγνώριση των “λαθών” που φέρνουν την δυστυχία και την συνεχή προσπάθεια διόρθωσης του τρόπου ζωής (αιτία – αποτέλεσμα) την ονομάζουν Κάρμα. Την αρμονική διαβίωση σύμφωνα με τους Φυσικούς και τους Ηθικούς (ανθρώπινους) νόμους την αποκαλούν Ντάρμα. Ίσως και το τέλος του ταξιδιού, η Ιθάκη, να συμπίπτει με την Νιρβάνα (σβήσιμο φωτιάς – παθών, ανυπαρξία).

ΔΩΡΙΕΙΣ

Την παρακμή των Αχαιών μετά την άλωση της Τροίας, την αντιλαμβανόμαστε από τις αφηγήσεις για την επιστροφή των πρωταγωνιστών της εκστρατείας. Όλες σχεδόν φανερώνουν κάτι από την παρακμή που έρχεται και που ιστορικά είναι αναμενόμενη. Ένας εμφύλιος πόλεμος με σκοπό το κέρδος, μεταξύ στενά συνδεδεμένων πόλεων κρατών και βασιλικών οικογενειών, δεν μπορεί τελικά να έχει άλλο αποτέλεσμα. Όταν πολεμούν μέχρι θανάτου δύο “ξαδέλφια”, όπως οι Αίας και Έκτορας, φυσικό είναι να επωφεληθεί ένας τρίτος. Η ιστορία λέει ότι το τέλος του Τρωικού πολέμου φέρνει, χωρίς πόλεμο, στο προσκήνιο τους Δωριείς.

Σε αυτό το κεφάλαιο πρωταγωνιστικό ρόλο έχει καταρχήν ο Αχιλλέας και στη συνέχεια το στράτευμα του οι Μυρμιδόνες, το οποίο είναι και το μόνο τμήμα το οποίο επέστρεψε συντεταγμένα στην πατρίδα. Ο Αχιλλέας είχε κάνει πολύ καλή δουλειά.  Αλλά για να φθάσουμε στον Αχιλλέα ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή και σαν αρχή δέχομαι τον Ηρόδοτο, αφού θεωρείται παγκοσμίως και ο “πατέρας της Ιστορίας”.

Ο Ηρόδοτος στο πρώτο βιβλίο του με τίτλο “Κλειώ” αναφέρεται στους Δωριείς και μας λέει ότι κατάγονται από τους Πελασγούς. Οι ανάγκες τους επέβαλλαν να μετακινούνται συνεχώς. Από την εποχή του Δευκαλίωνα ζουν στην ανατολική Θεσσαλία και συγκεκριμένα στην  Φθιώτιδα και τις παρυφές της Όσσας και του Ολύμπου. Η αναφορά του Ηροδότου στον Δευκαλίωνα μας προσδιορίζει ότι οι Δωριείς ζούσαν στην εσωτερική πλευρά της Ανατολικής Θεσσαλίας πριν τουλάχιστον επτά οκτώ χιλιάδες χρόνια. Αυτό συνάγεται από την αναφορά στον Δευκαλίωνα το όνομα του οποίου συνδέεται με κάποιον κατακλυσμό. Από γεωλογικά δεδομένα ξέρουμε ότι η στάθμη της θάλασσας τα τελευταία έξι περίπου χιλιάδες χρόνια είναι σχετικά αμετάβλητη.

Στη συνέχεια ο Ηρόδοτος μας λέει ότι οι Δωριείς εκδιώκονται από την περιοχή τους από τους Καδμείους και εγκαθίστανται στην Πίνδο (Ιστιαιώτιδα – βορειοδυτική Θεσσαλία). Αυτό είναι συνεπές επακόλουθο της ανόδου της στάθμης της θάλασσας και των ανακατατάξεων που προκαλεί. Την ίδια πίεση πρέπει να δέχθηκαν και οι πρόγονοι του Αχιλλέα στη Φθία, αλλά αυτοί πρέπει να την αντιμετώπισαν επιτυχώς. Δεν γνωρίζω αν οι Φθιώτες ήταν απομεινάρια Δωριέων ή απλά γείτονες. Η συνέχεια είναι πιο συναρπαστική διότι ο Ηρόδοτος μας λέει ότι οι Δωριείς στις νέες περιοχής που εγκαταστάθηκαν δημιούργησαν δικό τους κράτος γνωστό ως έθνος Μακεδνών. Στην Πελοπόννησο έφθασαν αργότερα από την χώρα των Δρυόπων η οποία τοποθετείται μεταξύ Οίτης και Παρνασσού.

Ένα συμπέρασμα από τις λιτές περιγραφές του Ηροδότου αλλά και του Πλάτωνα, είναι ότι ο Αχιλλέας, αρχηγός των Μυρμιδόνων, είναι επικεφαλής μονάδων από την Φθία, τις οποίες συμπληρώνουν τμήματα Δωριέων από το σύμμαχο με την Φθία κράτος των Μακεδνών, δηλαδή τους παλιούς γείτονες από τις περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Βορειοδυτικής Θεσσαλίας ή οι Μυρμιδόνες είναι Δωριείς.

Αυτός ο στρατός συμπαρατάσσεται με τους Αχαιούς αλλά δρα σχετικά ανεξάρτητα από αυτούς μακριά από την Τροία και καταλαμβάνει μερικές πόλεις, συμμάχους της Τροίας. Εδώ τίθεται και ένα πολύ σοβαρό ερώτημα το οποίο έχει άμεση σχέση και με το σήμερα: Το κράτος των Μακεδνών όπως το προσδιορίζει ο Ηρόδοτος, είναι διαφορετικό από την μετέπειτα γνωστή μας Μακεδονία;

Το δεύτερο συμπέρασμα που εξάγουμε είναι ότι η περίφημη «κάθοδος των Δωριέων», κατά τον Ηρόδοτο με επιβεβαίωση από τον Πλάτωνα, είναι η μετεγκατάσταση αυτών από τις περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας –Θεσσαλίας, καταρχήν στην ευρύτερη περιοχή του Παρνασσού και στη συνέχεια στην Πελοπόννησο και την Κρήτη. Μία ιδέα του πως και γιατί έγινε αυτό την παίρνουμε στη συνέχεια από τον Πλάτωνα.

Ο Πλάτωνας στην εργασία του “Περί νομοθεσίας” αναφέρεται στο θέμα και κατά σύμπτωση αρχίζει από έναν κατακλυσμό. Συγκεκριμένα μας λέει ότι οι κάτοικοι της περιοχής (της Τροίας), όταν βεβαιώθηκαν ότι δεν κινδυνεύουν από άλλη πλημμύρα, κατέβηκαν από τα υψώματα της Ίδης και έχτισαν την Τροία. Το πιο πιθανό εννοεί την περίοδο από τον κατακλυσμό της Σαμοθράκης μέχρι και την σταθεροποίηση της στάθμης της θάλασσας, δηλαδή κάπου μεταξύ 9000 έως 7000 χρόνια πριν από σήμερα. Από τότε μέχρι πριν 3500 χρόνια περίπου εκτός από την ανάπτυξη της πολεοδομίας, έχουμε μεγάλη ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυσιπλοΐας.

Ο Πλάτωνας στη συνέχεια λέει με σαφήνεια, ότι η επέμβαση των Αχαιών έγινε “όταν όλοι οι άνθρωποι δεν φοβούνταν πια να ταξιδεύουν με πλοία” και ο πόλεμος είχε διάρκεια δέκα χρόνων μέχρι οι Αχαιοί να καταλάβουν την πόλη. Στη διάρκεια όμως της πολιορκίας, στην πατρίδα του κάθε επιτιθέμενου τα πράγματα χειροτέρεψαν. Οι νεότεροι επαναστάτησαν και δεν υποδέχτηκαν όπως έπρεπε τους στρατιώτες όταν επέστρεψαν στον τόπο τους, με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν αμέτρητοι φόνοι, σφαγές και εξορίες.

Και συνεχίζει: Όσοι διώχτηκαν ξαναγύρισαν αργότερα με άλλο όνομα. Τώρα λέγονται Δωριείς αντί Αχαιοί, γιατί εκείνος που τους συγκέντρωσε στην εξορία καταγόταν απ΄ την Δωρίδα. Βλέπουμε ότι οι διηγήσεις του Ηροδότου και του Πλάτωνα για το θέμα ουσιαστικά δεν διαφέρουν και ξεκαθαρίζουν τα γεγονότα.

Μια αρκετά πιθανή αλλά πολύ κομψή απάντηση – λύση στο αίνιγμα του Πλάτωνα σχετικά με το ποιος είναι “εκείνος από την Δωρίδα” που συγκέντρωσε και βοήθησε τους εξόριστους στην αποκατάσταση τους, είναι ο Αχιλλέας ή πιο σωστά ο διάδοχός του, ο οποίος συνέχισε απαρέγκλιτα την πολιτική, τον τρόπο διακυβέρνησης του Αχιλλέα και τις συμφωνίες με κάθε βασίλειο των Αχαιών, πράγμα που τους επέτρεψε σε μερικές δεκαετίες να επιβληθούν και στις παράκτιες περιοχές της Ελλάδας στην ουσία βοηθώντας τους ξεπεσμένους βασιλιάδες.

Όταν αντιλήφθηκα ότι η ιστορία της Τροίας και των Αργοναυτών συνδέονται μεταξύ τους και προσπάθησα να βάλλω τις σκέψεις μου σε μια τάξη, δεν υπολόγιζα ότι με κάποιο τρόπο και η ιστορία των Δωριέων αλλά και του Ηρακλή. είναι άρρηκτα δεμένη με αυτά τα γεγονότα. Όμως και ο Ηρακλής συνδέεται με τους Δωριείς. Εκτός από τον δάσκαλό μου της τέταρτης δημοτικού που με ρώτησε την σχέση του Ηρακλή με τους Ολυμπιακούς Αγώνες και ο Ζακ Ρισπέν στην Μυθολογία του αναφέρεται στην Δωρική καταγωγή του Ηρακλή. Έχουμε λοιπόν αξιόπιστες αναφορές για την παρουσία των Δωριέων στον Ελλαδικό χώρο, αρκετά πριν τον Τρωικό πόλεμο και την Αργοναυτική εκστρατεία, με σημαντικό πολιτισμικό αποτύπωμα, το οποίο συμφωνεί με τους Ηρόδοτο και Πλάτωνα.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ

Εδώ πρέπει να εστιάσουμε λίγο πιο προσεκτικά στον Αχιλλέα για να προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε τι ίσως εκπροσωπεί σε αυτή την ιστορία. Καταρχήν δεν είναι Βασιλιάς, είναι γιός του Πηλέα αλλά μεγαλώνει στην Φθία με την προστατευτική μητέρα του και στρατολογείται στην Σκύρο. Δεν ξέρω πώς και γιατί έχει πάρα πολύ καλή φήμη ως άξιος πολεμιστής, η οποία δεν δικαιολογείται μόνο από την εκπαίδευση που έχει λάβει. Για να επιμένει το ιερατείο ότι η Τροία δεν καταλαμβάνεται χωρίς την συμμετοχή στην εκστρατεία του Αχιλλέα και του στρατού του, κάτι περισσότερο ξέρει και προετοιμάζει την κοινή γνώμη των Αχαιών με την μέθοδο των χρησμών.

Σε έναν απλό αναγνώστη της ιστορίας, σαν εμένα, σε αυτό το σημείο δημιουργούνται δύο απορίες. Πρώτα κάποιο σημαντικό πολεμικό γεγονός, που αγνοούμε, πρέπει να έχει προηγηθεί το οποίο όχι απλώς να συνδέεται αλλά και να εκτόξευσε στο Πανελλήνιο την φήμη του Αχιλλέα σαν πολεμιστή και δεύτερο γιατί οι Αχαιοί γενικά δεν τον έβλεπαν με καλό μάτι, προς τί είναι αναγκαία η  επέμβαση του ιερατείου; Μήπως ζηλεύουν, ή φοβούνται την αύξηση της επιρροής ή της δύναμής του; Ή υπάρχει άλλη αιτία.

Γνωρίζουμε ότι ο Αχιλλέας φθάνει στην Τροία με πενήντα πλοία και 2.500 άνδρες. Δεν συμπαρατάσσεται με τους Αχαιούς στην πολιορκία της, αφού η κύρια αποστολή του είναι να απομονώσει την Τροία από τις συμμαχικές της γειτονικές πόλεις. Λέγεται μάλιστα ότι κατέλαβε αρκετές από αυτές. Αυτή η κατανομή των αρμοδιοτήτων δεν δείχνει να είναι τυχαία αλλά φανερώνει επεξεργασμένο εκ των προτέρων σχέδιο. Ο Όμηρος αρχίζει αλληγορικά την αφήγηση στην Ιλιάδα με  αναφορά στην Βρισηίδα, το λάφυρο του Αχιλλέα από την περιοχή, το οποίο μπορεί να ερμηνευθεί σαν τα έσοδα από την εκμετάλλευση του νερού. Παράλληλα ο Αγαμέμνονας εκμεταλλεύεται για λογαριασμό των Αχαιών τον πλούτο της περιοχής (την Χρυσηίδα).

Η συμφωνία δείχνει σχετικά ισότιμη και δεν παραπέμπει σε κάποιο είδος μισθοφορικής παροχής υπηρεσιών. Τουναντίον η πρόθεση του Αγαμέμνονα να στερήσει την «Βρισηίδα» από τον Αχιλλέα, δηλαδή να σπάσει την συμφωνία και οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν, αποδεικνύουν την ύπαρξη δύο διακριτών τάσεων ή νοοτροπιών στο στρατόπεδο των επιτιθέμενων, εξ άλλου αυτή είναι στην ουσία και η πλοκή της Ιλιάδας στην οποία ο Όμηρος απαγγέλει τα δεινά που προκάλεσε η συγκεκριμένη απόφαση του Αγαμέμνονα.

Ποιοι όμως διαπραγματεύονται την συμφωνία κατά την διάρκεια των προετοιμασιών; Η πλευρά των Αχαιών είναι γνωστή, το ερώτημα για μένα είναι πιά είναι η άλλη πλευρά την οποία στην Τροία εκπροσωπεί ο Αχιλλέας. Ο μύθος λέει ότι με την προτροπή της μητέρας του ο ίδιος κρύβεται μεταμφιεσμένος σαν κορίτσι ακριβώς για να μην λάβει μέρος στον πόλεμο. Στην προσπάθεια να ερμηνεύσουμε τον μύθο, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Αχιλλέας, πιο πιθανό είναι να αποφεύγει να λάβει μέρος στις συνομιλίες για τους όρους συμμετοχής στην εκστρατεία και όχι για την ίδια την εκστρατεία. Αυτή είναι δουλεία άλλων με τους οποίους συνεργάζεται πιθανά η μητέρα του και το ιερατείο. Η εξαίρεση του Αχιλλέα από τις συνομιλίες δικαιολογείται ικανοποιητικά και από την γνωστή φιλία του με τον Παλαμήδη.

Το ότι το ‘’Βασίλειο’’ που εκπροσωπεί ο Αχιλλέας έχει καλή ηγεσία αποδεικνύεται και από την συντεταγμένη αποχώρηση των Μυρμιδόνων μετά την κατάληψη της Τροίας, παρόλο που είχε χαθεί ο αρχηγός τους. Συνεπώς η ιεραρχία στις μονάδες των Μυρμιδώνων δεν διαταράχθηκε. Στην συνέχεια στην εξίσωση προστίθεται κι ένας πρόσθετος παράγοντας: Ο γιός του Αχιλλέα επιστρέφει στην Ήπειρο.

Στην προσπάθεια απάντησης σε αυτά τα ερωτήματα ενισχύεται το ενδεχόμενο οι Μυρμιδόνες και ο Αχιλλέας να έχουν σχέση ή και να είναι στρατιωτική μονάδα των Δωριέων (άρα και των Μακεδνών;). Στην Βικιπαίδεια αναφέρεται ότι το Βασίλειο των Μακεδνών περιλαμβάνει και την επαρχία του Μετσόβου. Επίσης αναφέρεται και η κατά τον Ηρόδοτο σχέση μεταξύ Φθίας – Πελασγών – Δωριέων – Μακεδνών.

Εκτός των Ηρόδοτου και Πλάτωνα στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος κινείται και ο Αισχύλος ο οποίος στο έργο Ικέτιδες επιβεβαιώνει ότι το Βασίλειο των Πελασγών εκτείνεται από την θάλασσα της Ηπείρου μέχρι τον ποταμό Στρυμόνα (Αμφίπολη). Επίσης αν και αναφέρεται συγκεκριμένα στους Δαναούς και τους Πελασγούς λέει ξεκάθαρα ότι όλη η Ελλάδα κατανοεί (έχει) την ίδια γλώσσα.

Κλείνοντας και προς ενίσχυση της άποψης ότι οι Δωριείς είναι παρόντες στον Τρωικό Πόλεμο, πρέπει να αναφέρω ότι στο Αγγλικό κείμενο ο Δούρειος Ίππος αναφέρεται ως “Dorian horse” δηλ. «δωρικό άλογο» κι όχι κάτι ξεχωριστό από τους “Dorians”(Δωριείς). Ακόμη και σήμερα στη Θεσσαλία τα ‘’ο’’ μικρό και μεγάλο, πολλές φορές προφέρονται σαν “ου”. Όλοι ξέρουμε ότι ένας “Μήτσος” πχ, στη Θεσσαλία συχνά λέγεται και “Μήτσους”. Τις ίδιες γλωσσικές ιδιορρυθμίες συναντούμε και στα νησιά μέχρι την Μυτιλήνη και το ερώτημα έρχεται φυσιολογικά: γιατί να μην ισχύει το ίδιο και στις Ελληνόφωνες πόλεις της Φρυγίας;

Είναι ένα ακόμη επιχείρημα, βασισμένο σε σωζόμενες  περιγραφές διάσημων αρχαίων εκπροσώπων των γραμμάτων και των τεχνών, υπέρ της άποψης ότι οι Δωριείς ζουν στον χώρο παράλληλα με τους Αχαιούς, συμμετέχουν στις πολιτικές ή στρατιωτικές εξελίξεις, είναι ίσως πιο φτωχοί αλλά συμπαρατάσσονται ισότιμα με τους Αχαιούς στον Τρωικό πόλεμο και αυτό δεν είναι παράξενο αφού παρότι δεν έχουν ακριβώς τα ίδια συμφέροντα, οι μεν χρειάζονται τους δε. Οι Αχαιοί πλουτίζουν από τις δραστηριότητες στη θάλασσα αλλά ζουν χάρις στα προϊόντα των γεωργών και κτηνοτρόφων γειτόνων τους  Δωριέων, με τους οποίους υποχρεωτικά συναλλάσσονται.

Νεαρός, όταν άρχισα την επαγγελματική σταδιοδρομία στην Γεωλογία εντελώς τυχαία βρέθηκα μπλεγμένος με την (αρκετά πεζή) Τεχνική Γεωλογία και στη συνέχεια με γεωλογικές αφανείς εργασίες δηλαδή τσιμεντενέσεις, ή διαφράγματα. Η εξέλιξη ήταν λίγο παράξενη. Για να μπορώ να απαντώ σε καθημερινά αφανή προβλήματα, αναγκαστικά κατέφευγα σε νοητά μοντέλα τριών διαστάσεων και την «ιστορία» των πετρωμάτων. Πειραματικά (σαν συνταξιούχος και με αρκετό χρόνο) επέκτεινα την μέθοδο και στα ιστορικά γεγονότα.

Δείτε ακόμα: