
ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΩΚΡΑΤΗ
Του Παύλου Δούβλη
Τι νομίζω ότι κατάλαβα από εγκυκλοπαίδειες και το βιβλίο του I. Stone για την δίκη του.
Η ζωή του Σωκράτη, όπως την βλέπουμε σήμερα, μοιάζει με μία μεγάλη εικόνα σαν φωτογραφία, κάποια κομμάτια της οποίας, φθάνουν σε μας από την αρχαιότητα. Το μεγαλύτερο μέρος της λείπει και μερικά τμήματά της, όπως είναι φυσικό, φθάνουν σε μας αρκετά φθαρμένα. Συνεπώς κάνουμε μια προσπάθεια να συνθέσουμε την πραγματική εικόνα ενός ανδρός που έζησε πριν 2500 χρόνια περίπου, από αποσπάσματα κειμένων που γράφτηκαν για αυτόν την εποχή του. Την προσπάθεια δυσκολεύει το γεγονός ότι ο ίδιος δεν άφησε κανένα γραπτό κείμενο.
Η συναρμολόγηση του παζλ “Σωκράτης” γίνεται όχι μόνο δύσκολη από την φθορά του χρόνου αλλά κυρίως διότι η ίδια η ζωή του αποτελεί ένα πραγματικό αίνιγμα. Τι θέλω να πω: Από την μία είναι ο δάσκαλος ο οποίος με την ζωή του, τις απόψεις του, την διδασκαλία του, τις κατηγορίες που αντιμετώπισε, την δίκη, την καταδίκη του και τέλος την εκτέλεση του, επηρέασε όσο κανένας άλλος την παγκόσμια σκέψη σε βαθμό που καμία φιλοσοφική σχολή δεν μπορεί να τον αγνοήσει. Από την άλλη η ίδια η σύζυγός του τον χαρακτηρίζει “αχαΐρευτο”, για δε την κοινωνία των Αθηνών αποτελεί τυπικό “παράδειγμα προς αποφυγή”.
Τα στοιχεία για τον βίο, τις απόψεις και τελικά την διδασκαλία του Σωκράτη, είναι συχνά αντικρουόμενα, προέρχονται δε από τέσσερις κυρίως πηγές με πιο σημαντική τα κείμενα του Πλάτωνα. Ο Πλάτωνας ήταν μαθητής του Σωκράτη και είναι φανερός ο θαυμασμός που έτρεφε για τον δάσκαλο του. Αποτέλεσε τον “ήρωα” του και είναι φυσικό να τον ωραιοποιεί. Για αυτόν είναι ο μεγάλος ηθικοδιδάσκαλος.
Η δεύτερη πηγή είναι οι αναφορές του Ξενοφώντα που έχουν διασωθεί. Με δύο λόγια τον παρουσιάζει σαν: πανέξυπνο, αντικομφορμιστή, μεταρρυθμιστή και συγχρόνως άξεστο με όψη μαστροπού.
Ο Αριστοφάνης είναι η τρίτη σημαντική πηγή πληροφοριών για τον Σωκράτη. Του αφιερώνει το έργο του “Νεφέλες” και αναφέρεται σε αυτόν στις κωμωδίες του: “Όρνιθες”, “Βάτραχοι” και “Σφήκες”.
Τέλος τέταρτη πηγή είναι ο μαθητής του Πλάτωνα Αριστοτέλης, ο οποίος ήρθε στη ζωή δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Σωκράτη. Το πορτραίτο του Αριστοτέλη είναι πολύτιμο διότι αποστασιοποιήθηκε από την λατρεία του Πλάτωνα και αναλύει την συνεισφορά του Σωκράτη στην φιλοσοφία λιτά και με ακρίβεια. Όχι μόνο περιγράφει την έννοια του “ορισμού” σαν την απόλυτη πραγματικότητα ή αληθινή γνώση, δηλαδή την επιστήμη όπως την εισάγει ο Σωκράτης, αλλά συνεχίζει την προσπάθεια δίνοντας την σημερινή έννοια της “επιστήμης” ως την υπομονετική παρατήρηση και λεπτομερή συλλογή δεδομένων ώστε να φθάσουμε σε ακλόνητα συμπεράσματα. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνει και γεφυρώνει τους “ορισμούς” του Σωκράτη με “τα πάντα ρέουν” του Ηρακλείτου.
Τέλος έχουμε και διάφορες σκόρπιες μαρτυρίες για τον Σωκράτη κυρίως από κωμικούς ποιητές, καθώς αποτελούσε για αυτούς συνεχή πηγή έμπνευσης, αφού τον θεωρούσαν πραγματικό “παρτάλι”. Μαρτυρίες υπάρχουν και από σύγχρονους του στωικούς δάσκαλους.
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 470 πχ από πατέρα μαρμαρά. Αρχικά και ίδιος εργάσθηκε στο λατομείο αλλά του άρεσε και η γλυπτική. Ο Παυσανίας αναφέρει και ένα έργο του “τις τρεις χάριτες”, γρήγορα όμως τα παράτησε και συνεχίζει σαν δάσκαλος χωρίς να παίρνει αμοιβή. Λαμβάνει μέρος στον Πελοποννησιακό πόλεμο και ο Ξενοφών μας λέει ότι στη μάχη στην Αμφίπολη πολέμησε τους Σπαρτιάτες με ιδιαίτερη ανδρεία. Επίσης πολέμησε και στην Δήλο.
Σε ηλικία λίγο πάνω από τα εβδομήντα χρόνια κατηγορήθηκε από συμπολίτες του για: 1) Ασέβεια στα θεία. 2) Ως διαφθορέας των νέων και 3) Ότι εισάγει καινά δαιμόνια. Παρ’ ότι ξέρουμε τις κατηγορίες δεν γνωρίζουμε τους ισχύοντες νόμους στην Αθήνα, με βάσει τους οποίους εκδόθηκε η απόφαση. Καταδικάζεται σε θάνατο και εκτελέσθηκε ένα μήνα μετά την δίκη το 399 πχ.
Η δίκη και η εκτέλεση του Σωκράτη περικλείουν επίσης πάμπολλες αντιφάσεις και δημιουργούν πλήθος ερωτηματικών. Κατ΄ αρχάς τι κινδύνους εγκυμονεί για την πόλη ένας άνδρας εβδομήντα ενός ετών την συγκεκριμένη εποχή, όταν η Αθήνα φέρεται ως υπόδειγμα φιλελεύθερης πόλης; Οι απόψεις του Σωκράτη ήταν πασίγνωστες, τις εξέφραζε δημόσια περισσότερα από σαράντα χρόνια, τι άλλαξε αυτή την περίοδο ώστε να διευρύνει το χάσμα μεταξύ της διδασκαλίας του και της κυρίαρχης αντίληψης στην Αθήνα; Γιατί αυτό το χάσμα πάντα υπήρχε.
Για την ιστορία πρέπει να αναφέρουμε ότι τρεις ήταν οι κατήγοροι του Σωκράτη : Ο Άνυτος ως εκπρόσωπος των τεχνιτών και των πολιτικών. Ο Μέλητος ως εκπρόσωπος των ποιητών και ο Λύκων ως εκπρόσωπος των σοφιστών.
Σήμερα η πλειοψηφία των Ελλήνων αν ρωτηθούν τι γνωρίζουν για τον Σωκράτη θα απαντήσουν ότι εκτός από την καταγωγή, γνωρίζουν τον θάνατό του με το κώνειο, το “εν οίδα ότι ουδέν οίδα”, τους “επαΐοντες” και ίσως μερικοί να προσθέσουν και την “διαλεκτική ή μαιευτική” μέθοδο που χρησιμοποιούσε, όλη του την ζωή ως δάσκαλος ο Σωκράτης, για να προσεγγίσει τον “ορισμό” μιας έννοιας.
Μπορεί κάτι από αυτά να δημιουργήσει χάσμα μεταξύ του δάσκαλου και της άρχουσας τάξης της Αθήνας; Φυσικά αφού αποκλείονται η γέννηση, ο θάνατος και η γνώση ή άγνοια, ως αιτία του χάσματος μένει η μέθοδος διδασκαλίας ή η ίδια η διδασκαλία, διότι τις απόψεις του για την “πατρίδα” τις ξέρομε. Μητρός τε και πατρός… κτλ, κτλ. Το μόνο που μένει για έρευνα από αυτή την άποψη είναι το πολίτευμα.
Βασιζόμενοι στην “απολογία” του Σωκράτη, κατ αρχή στεκόμαστε στην επίμονη και συνεχή προτροπή προς τους συμπολίτες του στην “αρετή”. Κάποιος θα αναρωτηθεί: και αυτό είναι κακό; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη ΟΧΙ. Αν όμως συνδυασθεί η ίδια ερώτηση με τον τρόπο σκέψης (άρα και την διδασκαλία) του Σωκράτη τότε αρχίζουν τα δύσκολα και αναγκαστικά φθάνουμε και στο πολίτευμα.
Για να προτρέψει τον συνομιλητή του στην “αρετή” ο Σωκράτης επέμενε ότι πρέπει πρώτα να ορίσουν τι είναι “αρετή”. Μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες ο Σωκράτης με σειρά συλλογισμών κατέληξε στην εξίσωση: “Αρετή ίσον Γνώση”. Με την σχέση αυτή και την ίδια λογική, φυσιολογικά έρχεται η επόμενη άσκηση ορισμού. Τι είναι γνώση.
Αυτά τα φαινομενικά απλά ερωτήματα, παραμένουν ερωτήματα μέχρι σήμερα και απασχόλησαν την ανθρώπινη σκέψη σε όλους τους πολιτισμούς για χιλιετίες χωρίς να έχουμε αποδεκτές από όλους απαντήσεις. Οι δε απαντήσεις με την σειρά τους προκαλούν, πιθανόν και σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, σοβαρές παρενέργειες στην δομή των πολιτευμάτων, κάτι που φαίνεται ότι συνέβη εκείνη την εποχή στην αρχαία Αθήνα.
Συνεχίζοντας τους συλλογισμούς του ο Σωκράτης αποδεικνύει ότι αν η αρετή είναι γνώση τότε διδάσκεται, άρα μπορεί και πρέπει να διδάσκεται σε όλους και να μην περιορίζεται στους ολίγους οι οποίοι έχουν την δυνατότητα να την αποκτήσουν. Προς επιβεβαίωση αυτού ο Σωκράτης αρνείται κάθε αμοιβή για την διδασκαλία του. Αν όλοι πρέπει να έχουν μερίδιο στη γνώση τότε κανείς δεν μπορεί να τους αρνηθεί και μερίδιο στην διακυβέρνηση της πόλης. Να αμέσως μία πρώτη αιτία χάσματος μεταξύ του Σωκράτη και της ελίτ που κυβερνά την πόλη.
Στη συνέχεια ακολουθεί άμεσα η δεύτερη σοβαρή επίπτωση των απόψεων του Σωκράτη. Αν η γνώση διδάσκεται τότε είναι δεδομένο ότι έχει όρια. Κανένας δεν είναι δυνατό να τα ξέρει όλα. Ο ίδιος επαναλαμβάνει μονότονα το “εν οίδα ότι ουδέν οίδα” και αυτός ο περιορισμός περιλαμβάνει και τον ή τους κυβερνώντες που δεν μπορούν και δεν πρέπει να αποφεύγουν την κριτική. Συνεπώς ο Σωκράτης είναι ξεκάθαρο πλέον ότι είναι αντίθετος με πολιτεύματα όπως η μοναρχία ή κάθε μορφής ολιγαρχίες, αλλά και το χάσμα σιγά-σιγά μεγαλώνει.
Διδάσκει ότι το κοινό συμφέρον επιβάλλει, για να μην γίνονται λάθη, οι κυβερνώντες να συμβουλεύονται τους ειδικούς σε κάθε τομέα (τους γνωρίζοντες ή επαΐοντες), οι οποίοι με αυτή τη λογική πρέπει όχι μόνο απλά να συμβουλεύουν αλλά και να συμμετέχουν με αποφασιστικό τρόπο, στην διακυβέρνηση της πόλης. Υπάρχει αναφορά του, ότι “ειδικοί” στην περίπτωση της υφαντουργίας είναι οι γυναίκες ή για διάφορες τεχνικές εργασίες οι δούλοι. Τι σημαίνει αυτό; Ο Σωκράτης ζητάει δικαίωμα ψήφου και για της συγκεκριμένες κατηγορίες των συνανθρώπων του; Γνωρίζοντας τις συνέπειες των όσων πιστεύει, δεν το έθεσε ποτέ άμεσα, αλλά αν κάποιος επεκτείνει τον συλλογισμό του δεν το αποκλείει.
Όλα δείχνουν ότι ο Σωκράτης φθάνει στο σημείο να πιστεύει ότι οι γνωρίζοντες πρέπει να μπορούν να επιβάλλουν την γνώμη τους στα θέματα της ειδικότητάς τους ανεξάρτητα αν μειοψηφούν στο σύνολο των εχόντων δικαίωμα ψήφου. Επιμένει ορθά κοφτά ότι οι άσχετοι δεν πρέπει να επηρεάζουν τις ψηφοφορίες. Συνεπώς ο Σωκράτης είναι αντίθετος και με το πολίτευμα των Αθηνών (την άμεση Δημοκρατία) και χλευάζει πολλές αποφάσεις συνελεύσεων. Επιμένει στην ανάγκη των ψηφοφοριών για την λήψη των αποφάσεων αλλά δεν πρέπει, κατ’ αυτόν, να ψηφίζουν “όλοι για όλα” διότι οι μη γνωρίζοντες επηρεάζονται πολύ εύκολα από δημαγωγούς, οι οποίοι αμείβονται για να εξυπηρετούν διάφορα συμφέροντα.
Για να αποκλείσει κάθε τέτοιο ενδεχόμενο, ο Σωκράτης θέτει και γεωγραφικό περιορισμό. Διαβάζουμε ότι λέει: “Δεν είναι λογικό να αποφασίζει η Αθήνα για θέματα των ναυπηγών του Πειραιά” και δύσκολα μπορείς να πεις ότι αυτό είναι λάθος. Η άποψη αυτή παίρνει την σωστή διάσταση αν λάβουμε υπ΄ όψη ότι τα “θέματα των ναυπηγών” δεν είναι μόνο τα έχοντα σχέση με την ναυπηγική. Τώρα πλέον το χάσμα μεταξύ των κυβερνώντων την Αθήνα και του Σωκράτη παίρνει διαστάσεις αφού υποστηρίζει καθαρά ένα διαφορετικό σύστημα, πάντα όμως μέσα στα πλαίσια της “Δημοκρατίας”.
Στην προσπάθεια να εκθέσει τις απόψεις του στους μαθητές του αλλά και δημοσίως ο Σωκράτης, δημιουργείται ένα νέο πεδίο σύγκρουσης με την εξουσία της πόλης, αυτή τη φορά γύρω από την ουσία του πολιτεύματος. Αναφέρω μόνο τους κυβερνώντες διότι η πλειοψηφία τον θεωρεί σαν κάποιον γραφικό περιφερόμενο δάσκαλο, κάτι σαν τους σημερινούς τραγουδιστές “του δρόμου”, χωρίς να ζητά αμοιβή. Έτσι κάπως τον παρουσιάζουν στις κωμωδίες τους οι σατυρικοί ποιητές της εποχής.
Οι αρχαίοι Αθηναίοι αλλά και οι Έλληνες γενικά, θεωρούσαν ότι η πόλη – κράτος τους ήταν μία ελεύθερη αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα, στην διακυβέρνηση της οποίας όλοι πρέπει να συμμετέχουν. Η συμμετοχή έχει γενικά υποχρεωτικό χαρακτήρα και οι μη συμμετέχοντες θεωρούνται αντιπολιτικοί. Μερικά χρόνια αργότερα ο Αριστοτέλης λέει ότι: η πόλη κράτος είναι μια κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων, των πολιτών, οι οποίοι “κυβερνούν και κυβερνώνται”.
Η πολιτική στις πόλεις κράτη είναι μία συνεχής διαπάλη, ένα είδος ταξικής πάλης, ανάμεσα σε δύο κατηγορίες πολιτών. Τους πλούσιους και τους φτωχούς. Τα κόμματα που τους εκπροσωπούν συμφωνούν ότι η πόλη πρέπει να αυτοκυβερνάται με επιμέρους διαφωνία ως προς την αναλογία στην συμμετοχή. Όποιος ήταν αντίθετος με αυτή την λογική χαρακτηρίζεται ως αντιδημοκρατικός.
Ο Σωκράτης γενικά δεν είναι αντίθετος με αυτές τις αρχές, αλλά θεωρεί ότι δεν εφαρμόζονται. Πιστεύει ότι οι πολίτες όχι μόνο δεν είναι ελεύθεροι να συμμετέχουν και να αποφασίζουν για τα ζητήματα της πόλης, αλλά αντίθετα παρασύρονται και συμπεριφέρονται σαν κοπάδι ζώων. Ο ίδιος αν και πολέμησε με γενναιότητα και όταν ήρθε η σειρά του δίκασε δίκαια, απέφευγε συστηματικά να συμμετέχει στη λήψη των αποφάσεων με αποτέλεσμα να κατηγορηθεί για την αδιαφορία του. Αυτό το σημείο είναι εξαιρετικά λεπτό και στην ουσία, υποβόσκει άλυτο μέχρι σήμερα.
Επειδή κατάγομαι από ορεινή και κυρίως κτηνοτροφική περιοχή, ξέρω καλά πως συμπεριφέρεται το “κοπάδι”. Κάθε κοπάδι είναι εξαιρετικά πειθαρχημένο και υπακούει τυφλά στις εντολές του τσοπάνη. Ο νεαρός Σωκράτης δουλεύοντας στο λατομείο μαρμάρων στις παρυφές της Πεντέλης, πρέπει να είχε προσέξει αυτή την συμπεριφορά καθώς και τον ρόλο των σκύλων στην προστασία του κοπαδιού. Όταν αργότερα είδε και μελέτησε την συμπεριφορά των Αθηναίων ψηφοφόρων κατάλαβε τις ομοιότητες των δύο περιπτώσεων οπότε άρχισε να ψάχνει τον “τσοπάνη” και λογικά έπεσε πάνω στα σκυλιά. Όποιος έχει πλησιάσει κοπάδι ξέρει ότι εκεί τελειώνουν τα αστεία.
Ο Σωκράτης κατάλαβε αμέσως ότι οι ψηφοφόροι δεν συμπεριφέρονται σαν ελεύθερα άτομα αλλά ούτε σαν όχλος. Έχουν την πειθαρχεία κοπαδιού. Ψάχνοντας το θέμα, τους πρώτους που βλέπει να επηρεάζουν και να κατευθύνουν το “κοπάδι” είναι οι ρήτορες. Ο Πλάτωνας στους διαλόγους Φαίδρο και Γοργία επικεντρώνεται στην επίθεση του Σωκράτη στους ρήτορες και προβάλλει την ηθική διάσταση του θέματος. Διδάσκοντας στην ουσία τις ηθικές αρχές που πρέπει να διέπουν τον ρήτορα και την ρητορική, αντιλαμβανόμαστε πως ασκούσαν την ρητορική και γιατί τελικά τους περιφρονούσε ο Σωκράτης ως δημαγωγούς.
Το θέμα πήρε μεγάλες διαστάσεις αφού βλέπουμε να απασχολεί εκτός από τον Πλάτωνα, τον Ρωμαίο Κικέρωνα και τον Αριστοτέλη, φθάνει δε μέχρι σήμερα, αφού την ίδια δουλειά κάνουν στις μέρες μας διάφοροι image makers και influencers . Ο Αριστοτέλης δέχεται ότι οι ρήτορες είναι απαραίτητοι στον δημόσιο διάλογο σε κάθε δημοκρατική πολιτεία, υποστηρίζει ότι δεν είναι όλοι ίδιοι και ότι «οι άνθρωποι έχουν μία αρκούντως φυσική ικανότητα για την αλήθεια και σε πολλές περιπτώσεις την φθάνουν». Ο ίδιος στη συνέχεια επεκτείνει τον συλλογισμό του και στους δικαστές οι οποίοι πρέπει να αποδίδουν δικαιοσύνη με επιείκεια ως ορίζει το πνεύμα και όχι το γράμμα του νόμου.
Εδώ πρέπει να διευκρινίσω ότι δεν έχω κλασσική παιδεία και “γνώρισα” τον Σωκράτη στα εβδομήντα μου, όταν δεν είχα τι να κάνω και από ότι κατάλαβα (αν κατάλαβα κάτι βέβαια), έψαχνε απλούς τρόπους άμυνας για την αντιμετώπιση όσων έχουν συμφέρον αλλά και δυνατότητα να κατευθύνουν τις αποφάσεις της πόλης. Πιστεύω ότι ήξερε ότι οι ρήτορες ήταν τα εργαλεία και όχι οι εγκέφαλοι σε αυτή την υπόθεση, γι’ αυτό και η πρόταση του δεν περιλαμβάνει κανένα αντιδημοκρατικό περιοριστικό μέτρο για τους ρήτορες πέρα από την έντονη κριτική. Επίσης δεν ασχολείται φαινομενικά ούτε με τα αφεντικά τους.
Η πρόταση να ψηφίζουν για τα διάφορα θέματα που ανακύπτουν μόνο οι επαΐοντες μπορεί να διαβαστεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Κατ΄ αρχή, ποιοι είναι οι επαΐοντες; Σύμφωνα με όσα λένε ότι λέει ο Σωκράτης, δεν φαίνεται να αναφέρεται στους σοφούς, τους ειδικούς ή τους γνωρίζοντες γενικά ή σε βάθος ένα πρόβλημα που πρόκειται να μπει σε ψηφοφορία, αλλά σε αυτούς που “ζουν το πρόβλημα στο πετσί τους”, μόνο αυτοί το γνωρίζουν και είναι ικανοί να δώσουν την βέλτιστη λύση, αυτοί και μόνο αυτοί είναι οι επαΐοντες για το συγκεκριμένο πρόβλημα.
Με αυτή την μέθοδο ψηφοφοριών, χωρίς να θιγεί ο δημοκρατικός χαρακτήρας του πολιτεύματος, ο Σωκράτης πιστεύει ότι ελαχιστοποιούνται οι δυνατότητες χειραγώγησης των εχόντων δικαίωμα ψήφου, διότι απλά αυτούς αφορά και αυτοί “γνωρίζουν” πολύ καλά το θέμα. Τι μπορούν να τους πουν οι ρήτορες ώστε να επηρεάσουν την ψηφοφορία;
Την άποψή του ο Σωκράτης για την άμεση δημοκρατία δεν την κρύβει, λίγο πολύ η εικόνα που φθάνει σε μας είναι διαφωτιστική. Τα μέτρα που προτείνει, είναι δύσκολο για έναν μη ειδικό αναγνώστη, να αντιληφθεί αν αποβλέπουν στην βελτίωσή της ή στην αποκατάστασή της. Το πρόβλημα θα το έλυνε η σωστή απόδοση της σημερινής έννοιας της λέξης “επαΐοντες”. Εγώ διαβάζοντας για τον Σωκράτη έδωσα μία ερμηνεία αλλά δεν την βρήκα πουθενά αλλού. Άρα έπρεπε να ψάξω γιατί μάλλον στους σχετικά άσχετους καταλέγομαι.
Υπάρχει και άλλο ένα παράξενα σκοτεινό θέμα σχετικά με την διδασκαλία του Σωκράτη. Προσπάθησα να αντιληφθώ με αναγωγή στην σημερινή πραγματικότητα ποιο ακριβώς ήταν το αντικείμενο της σχολής του. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι δεν υπήρχε συνισταμένη διδασκαλία. Ρίχνοντας μία ματιά σε μερικούς από τους πιο σπουδαίους μαθητές του, έχουμε μπροστά μας μία αλλοπρόσαλλη εικόνα. Αν πάρουμε σαν βάση τον Πλάτωνα με τις γνωστές αριστοκρατικές απόψεις του δεν μπορούμε να βρούμε κοινό παράγοντα πχ με τον Αλκιβιάδη και την θυελλώδη σταδιοδρομία του. Ηγέτης των δημοκρατικών στην Αθήνα ο οποίος κατέληξε στην Σπάρτη. Ο πιο παλιός μαθητής του ο Αντισθένης έγινε ο πρώτος των κυνικών, ο δε Κριτίας εξελίχθηκε σε δικτάτορα στην Αθήνα (τύραννος) και ένα από τα πιο μισητά πρόσωπα της πόλης. Η πορεία των μαθητών του Σωκράτη τελικά δεν βοηθάει στο θέμα των “επαϊόντων”.
Πολλές “κακές” γλώσσες της εποχής έλεγαν ότι ο Σωκράτης ήταν υποστηρικτής της Σπάρτης, λόγω του ότι δημόσια έλεγε ότι η Σπάρτη πρέπει να έχει καλύτερο τρόπο διακυβέρνησης από την Αθήνα, αλλά ποτέ και πουθενά δεν προτρέπει να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Σπάρτης. Την άποψη του την βασίζει στο ότι η Σπάρτη αναδεικνύεται σαν η ισχυρότερη πόλη στον Ελληνικό χώρο, κάτι που δεν συμβαδίζει με το μέγεθός της και τις οικονομικές της δυνατότητες. Αποδίδει την ακμή της στην σε βάθος φιλοσοφική εξέταση των θεμάτων και όχι στο μέλανα ζωμό ή την σωματική άσκηση. Μόνο με την σοφία καταφέρνουν να έχουν υπεροχή έναντι των υπολοίπων Ελλήνων. Παραδέχεται ότι η Σπάρτη είναι μια κλειστή κοινωνία με συγκεντρωτική διακυβέρνηση, αλλά μέχρι εκεί. Πουθενά δεν φαίνεται ότι ζηλεύει το καθεστώς της Σπάρτης.
Οι τρεις αποκλίσεις του Σωκράτη από τις “πολιτικά σωστές” απόψεις της Αθηναϊκής πολιτείας, παρ΄ ότι ακούγονται γενικόλογες και αόριστες, καταλήγουν να έχουν σαν μοναδικό κοινό παράγοντα τον τρόπο διακυβέρνησης της πόλης. Αυτό και αν είναι σύμπτωση. Η εμμονή του στην ατέρμονη ανάγκη ορισμού εννοιών όπως: τι σημαίνει αρετή – γνώση – θάρρος κλπ, καταλήγει σε τέλμα όταν φθάνει στα πολιτικά δικαιώματα ή τις ανισότητες μεταξύ των ανθρώπων. Η προτίμησή του σε ένα συγκεντρωτικό καθεστώς, τις αποφάσεις στο οποίο θα τις λαμβάνει ένα “συμβούλιο γνωριζόντων” και με περιορισμούς στους έχοντες υποχρέωση (και όχι μόνο δικαίωμα) ψήφου, καταλήγει ξανά να σκοντάφτει στην έννοια “γνώση” και στο δίλημμα κατά πόσο αυτή η ιδέα είναι συμβατή με την Δημοκρατία. Τέλος και η περιορισμένη συμμετοχή του στα κοινά, δεν γίνεται από κάποιον αδιάφορο που “κοιτάει την δουλειά του” και μόνο, αλλά αποτελεί ένα είδος διαμαρτυρίας του Σωκράτη για τον λάθος τρόπο που πιστεύει ότι διακυβερνάτε η πόλη. Ίσως είναι μια σχετικά προκλητική απάντηση – διαμαρτυρία προς τον Περικλή, ο οποίος χαρακτηρίζει “αχρείο” αυτόν που δεν συμμετέχει στα κοινά.
Οι κατηγορίες κατά του Σωκράτη απαγγέλθηκαν το τέλος του 400 π. Χ., τέσσερα χρόνια μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου. Ο μακροχρόνιος, στην ουσία εμφύλιος, πόλεμος (είχε αρχίσει το 431 π. Χ.) μεταξύ δύο συνασπισμών των Ελληνικών πόλεων – κρατών, έληξε το 404 π. Χ. με νίκη των Σπαρτιατών και των συμμάχων τους. Τις λεπτομέρειες του πολέμου, μας τις περιγράφουν οι Θουκυδίδης και Ξενοφώντας. Η προσωπική πορεία του Σωκράτη δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή αν διαχωριστεί από την ιστορία της Αθήνας.
Μετά την ήττα της Αθήνας στον Πελοποννησιακό πόλεμο οι ολιγαρχικοί της πόλης, σε συνεργασία με την Σπάρτη το 411 ανέτρεψαν το Δημοκρατικό πολίτευμα και έφεραν στην εξουσία την δικτατορία των τετρακοσίων, οι οποίοι παρέμειναν στην εξουσία για περίπου τέσσερις μήνες.
Στη συνέχεια το 404 την εξουσία πήραν οι Τριάντα Τύραννοι (δικτατορία των τριάντα) οι οποίοι κυβέρνησαν για οκτώ περίπου μήνες. Από τους πρωτεργάτες αυτών των κινημάτων ήταν ο μαθητής του Σωκράτη, Κριτίας αλλά συμμετείχαν σε δεύτερους ρόλους και άλλοι από το περιβάλλον του Σωκράτη. Το 401 έγινε νέα απόπειρα πραξικοπήματος, αποτυχημένη αυτή τη φορά.
Οι ιστορικοί μας περιγράφουν σε γενικές γραμμές ότι εκείνη την εποχή στην Αθήνα αντιμάχονται για την εξουσία τρεις τάξεις, τρεις ομάδες πολιτών. Οι αριστοκράτες, η μεσαία τάξη και οι φτωχοί που τα είχαν χάσει όλα κατά την διάρκεια του πολέμου. Τις δικτατορίες τις επέβαλλαν οι αριστοκράτες σε συνεργασία με την μεσαία τάξη και κατέρρευσαν όταν η μεσαία τάξη, βλέποντας ότι απειλείται, πέρασε στην αντιπολίτευση.
Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, ο Σωκράτης επέκρινε δημόσια τις δικτατορίες και ειδικά αυτή των τριάκοντα για κατάχρηση εξουσίας και ανικανότητα, αλλά ξανά παρέμεινε αποστασιοποιημένος από τα κοινά, όπως ακριβώς και τα προηγούμενα χρόνια. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο παρ’ ότι δημοσίως δεν υποστηρίζει τους δικτάτορες και το καθεστώς τους, είναι πάλι κατά κάποιο τρόπο κατηγορούμενος για μη συμμετοχή. Το παράξενο είναι ότι την στάση του αυτή, δεν την αναφέρει καθόλου στην δίκη του για να στηρίξει τον εαυτό του και περιορίζεται να αναφέρει στην απολογία του “ σε όλη μου τη ζωή έχω αποφύγει να πάρω μέρος σε συνωμοσίες…”. Και τα παράξενα συνεχίζονται.
Η ήττα της Αθήνας στον μακροχρόνιο πόλεμο με την Σπάρτη, εκ των πραγμάτων δικαιώνει στα μάτια των πολιτών την γνωστή άποψη του Σωκράτη ότι τουλάχιστον κάτι δεν γίνεται σωστά με την διακυβέρνηση της πόλης και λίγο πολύ οι αποφάσεις που λαμβάνονται στην Σπάρτη είναι πιο σωστές. Τώρα λογικά οι Αθηναίοι καταλαβαίνουν, έστω και θολά, έστω και με απορία ότι όσα γενικά έλεγε μια ζωή το παρτάλι ο Σωκράτης για τον λάθος τρόπο λήψης των αποφάσεων, την ελίτ της Αθήνας, το “κοπάδι” των ψηφοφόρων κλπ μάλλον είχε δίκιο.
Τώρα ο κόμπος έχει φθάσει στο χτένι. Η εξουσία των Αθηνών είναι αναγκασμένη να πάρει δραστικά μέτρα. Γάτος ο Σωκράτης αλλά την έπαθε σαν τον “μαύρο γάτο”, ήρωα γνωστού τραγουδιού που γράφτηκε 2500 χρόνια μετά. Του την έστησαν του “έθνους τα λαγωνικά” και από αυτούς δεν γλυτώνεις. Όπως συνηθίζεται σε αυτές τις περιπτώσεις στις δημοκρατίες μέχρι και σήμερα, οι κατηγορίες που απαγγέλλονται δεν έχουν καμία σχέση με τις πραγματικές αιτίες για τις οποίες οδηγείται στο εδώλιο ένας “εχθρός της πόλης”. Το πραγματικό κατηγορητήριο όλοι το ξέρουν και η απόφαση λαμβάνεται με βάση αυτό το κατηγορητήριο, άσχετα με όσα διαδραματίζονται στην αίθουσα του δικαστηρίου.
Οι συγκυρίες στην Αθήνα το 400 π.Χ. ήταν τέτοιες που απόψεις σαν αυτές του Σωκράτη, δεν έπρεπε να ακούγονται τουλάχιστον για κάποιο διάστημα. Τώρα οι συνθήκες επιβάλλουν συσπείρωση και δεν υπάρχει χώρος ή ανοχή σε νέες ιδέες ή και ελευθερία έκφρασης άλλης γνώμης από την “κυρίαρχη” . Συνεπώς αφού στην πόλη δεν γίνεται καμία προσπάθεια έρευνας των αιτίων που οδήγησαν στην ήττα ή αυτοκριτική, έπρεπε με κάθε τρόπο να απαλλαγούν από τον αυθάδη γέρο. Αυτό πρώτος απ΄ όλους το κατάλαβε ο ίδιος ο Σωκράτης και μόνο έτσι εξηγείται η στάση που κράτησε στο δικαστήριο.
Εύκολα θα μπορούσε αν όχι να αθωωθεί τουλάχιστον να αποφύγει την καταδίκη στην εσχάτη των ποινών, αλλά ο ίδιος δεν έκανε καμία προσπάθεια. Θα μπορούσε να ζητήσει την επιείκεια του δικαστηρίου, αν δεν ήθελε να αποκηρύξει τις απόψεις του ή να δικαιολογήσει την στάση του, δεν ήταν και λίγα τα ισχυρά επιχειρήματα που είχε, τέλος είχε και την επιλογή της εξορίας για να αποφύγει την θανατική ποινή. Το πιο πιθανό είναι ότι και οι πραγματικοί κατήγοροι κάποια τέτοια εξέλιξη περίμεναν για να ξεμπλέξουν με ένα κομψό τρόπο.
Οι δύο πρώτες κατηγορίες πιθανά να απαγγέλθηκαν για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Τα πενήντα προηγούμενα χρόνια (όχι ένα ή δύο) όλοι στην Αθήνα ήξεραν ότι ο Σωκράτης δεν ήταν θρήσκος, κανένας όμως δεν μπορεί να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι ήταν ασεβείς. Σχετικά με την δεύτερη κατηγορία τα πράγματα ήταν πιο εύκολα για τον Σωκράτη. Ήταν πασίγνωστο ότι ο Σωκράτης σαν δάσκαλος ποτέ και σε κανένα δεν προσπάθησε να επιβάλλει την γνώμη του. Πάντα άρχιζε “το μάθημα” με την προϋπόθεση ότι ο ίδιος δεν ξέρει τίποτα και με ερωτήσεις ζητούσε από τον μαθητή να δώσει μία λογικά τεκμηριωμένη απάντηση. Η ίδια η απάντηση δεν είχε μεγάλη σημασία όσο η λογική των σκέψεων που κάνεις για να φθάσεις σ΄ αυτή.
Αυτό το θέμα είναι πολύ σοβαρό, πολύπλοκο και πολύ περισσότερο ειδικό για να καταπιαστεί ή να εκφέρει γνώμη ο καθ’ ένας. Πάντως είναι φανερό ότι ο Σωκράτης εκπαίδευε τον μαθητή, ίσως και αποκλειστικά, στο να σκέπτεται ελεύθερα. Αυτό εξηγεί και το ότι δεν φαίνεται στους μαθητές του να υπάρχει συνισταμένη διδασκαλία. Από αυτή την άποψη η δεύτερη κατηγορία στέκεται μόνο αν δεχθούμε ότι η διδασκαλία του (δηλ το να σκέπτεται ελεύθερα ο νέος πολίτης;) ήταν απειλή για το καθεστώς της πόλης. Και μόνο η υποψία μιας τέτοιας εκδοχής οδηγεί τον Σωκράτη με βεβαιότητα να σιγοτραγουδάει “ η ζωή εδώ τελειώνει….”
Απομένει η τρίτη κατηγορία: Η εισαγωγή των καινών δαιμονίων. Είναι η φράση η οποία δεν μπορεί να παρερμηνευθεί με κανένα τρόπο και δίνει νόημα σε όλα τα προηγούμενα. Με τι κριτήρια, από ποιόν εξετάζεται και για ποιόν μπορεί να αποτελεί απειλή, μια νέα ιδέα η οποία εκφράζεται σαν άποψη από έναν πολίτη για οποιοδήποτε θέμα; Θεωρητικά σε ένα καθεστώς άμεσης Δημοκρατίας, αν εκφρασθεί μια καινούργια άποψη, θα πρέπει να αποτελεί ένα ενδιαφέρον θέμα συζήτησης για τις επόμενες μέρες. Αν έχει κάτι να προσφέρει ή μπορεί να συμβάλλει στην επίλυση ενός προβλήματος γρήγορα θα φανεί, σε αντίθετη περίπτωση γρήγορα θα χαθεί. Αυτά σε γενικές γραμμές.
Το βίαιο κλείσιμο από την πόλη μιας σχολής, το κύριο αντικείμενο της οποίας είναι να μαθαίνει τους νέους να σκέπτονται λογικά, για να καταλήξουν σε ένα συμπέρασμα δηλ να έχουν άποψη, δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο. Το πολίτευμα της κατ’ αρχή δεν είναι φιλελεύθερο και αυτό είναι το λιγότερο. Το χειρότερο για την ίδια την πόλη είναι ότι η άρχουσα τάξη της έχει γίνει άκρως συντηρητική, προφανώς από φόβο μήπως χάσει τα προνόμια που έχει αποκτήσει. Με αυτή την συμπεριφορά παρουσιάζει την εικόνα ζωντανού απολιθώματος και με μαθηματική ακρίβεια την περιμένει η πλήρης κατάρρευση.
Η ιστορία μας λέει ότι και η Αθήνα δεν ξέφυγε από αυτή την προδιαγεγραμμένη πορεία. Στη συνέχεια βλέπουμε ότι την ηγεμονική θέση στην Ελλάδα πήρε η Σπάρτη, η Θήβα, ακόμα και η Ήπειρος, για να ακολουθήσει η Μακεδονία, χωρίς η Αθήνα να ανακάμψει ποτέ. Ο Σωκράτης είναι αδύνατο να μην αντιλήφθηκε, να μην “είδε” τι έρχεται και βλέπουμε ότι με την “σχολή του” προσπαθεί να θεραπεύσει την αιτία στην ρίζα της.
Είναι γνωστό ότι όλοι πίστευαν (και μέχρι σήμερα πιστεύουν) πως η αναζήτηση της απόλυτης αλήθειας από τον Σωκράτη ήταν ένα απατηλό όνειρο αλλά λίγοι τη βλέπουν σαν μια μέθοδο διδασκαλίας. Τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν δίδασκε το “απόλυτο” αλλά την υποχρέωση που έχει ο άνθρωπος να βελτιώνεται συνεχώς. Για να φτάσει που; Όπου μπορεί. Να φθάσει στο “απόλυτο” δεν γίνεται. Κανένας δεν είναι παντογνώστης. Πίστευε δε ότι αυτή η βελτίωση επιτυγχάνεται μόνο με τις γνώσεις και το μυαλό (μάθηση και σκέψη). Από αυτή την σκοπιά ο Σωκράτης κατατάσσεται στους “εξελικτικούς” φιλοσόφους.
Η υπόθεση του Σωκράτη μας βεβαιώνει ότι στην Αθήνα μετά τους Περσικούς πολέμους, το χάσμα μεταξύ της κυβερνητικής ελίτ και των πολιτών πρέπει συνεχώς να διευρύνεται. Όσο εξελίσσεται αυτή η φθοροποιός διαδικασία τόσο η αρχές της πόλης προσπαθούν να απομονώσουν ή να περιθωριοποιήσουν τον Σωκράτη από το κοινό της Αθήνας. Σε αντίθεση με τους πολίτες, οι αρχές της πόλης αντιλαμβάνονται πολύ καλά τους κινδύνους που εγκυμονεί για τα συμφέροντά τους η μέθοδος διδασκαλίας του Σωκράτη. Το έτος (με το δικό μας ημερολόγιο) 400, πίστεψαν ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να απαλλαγούν από αυτόν.
Εκμεταλλεύονται την συμπεριφορά των μαθητών του Αλκιβιάδη και κυρίως του Κριτία, καθώς και τις δημόσιες προτροπές του Σωκράτη να μην υποτιμούν την Σπάρτη, για να διακινήσουν την κατηγορία ότι είναι οπαδός του πολιτεύματός της, χωρίς ποτέ να του απαγγείλουν την συγκεκριμένη κατηγορία επίσημα. Άλλες ήταν οι κατηγορίες, άλλος ήταν ο φόβος της ελίτ, άλλα πίστευε η κοινή γνώμη στην Αθήνα και ο φόβος είναι τόσο δυνατός και διαχρονικός που φθάνει μέχρι σήμερα.
Δεν ήταν δυνατό να κατηγορηθεί για προδοσία γιατί όλοι γνώριζαν την άποψή του, η οποία φθάνει και σε μας ότι: “ μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερων εστί η πατρίς και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζωνι μοίρα και παρά θεοίς και παρ’ ανθρώποις τοις νουν έχουσι”. Πάντα βλέπουμε να επιμένει σε αυτό το: για όσους έχουν μυαλό.
Ουσιαστικά κανένας δεν επικρίνει ευθέως ούτε την μέθοδο διδασκαλίας του Σωκράτη και πως θα μπορούσε άλλωστε. Τι πιο απλό, φυσικό και λογικό από το να μάθει ένας νέος άνθρωπος να σκέπτεται και να προσπαθεί να φθάσει (να εκμαιεύσει) την αλήθεια δηλ. να λύσει ένα πρόβλημα μέσω της λογικής σκέψης. Η λογική είναι αυτή που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο. Την ανάγκη της αέναης αυτής διαδικασίας, ελεύθερης από όρια, εισάγει στην ανθρώπινη ιστορία ο Σωκράτης. Τότε μόνο οι κάτοικοι της πόλης συμπεριφέρονται σαν πολίτες και όχι σαν κοπάδι, βελτιώνουν τη ζωή τους και συμβάλλουν στην ανάπτυξη της πόλης.
Αυτό ακριβώς προσπαθούν να περιορίσουν ή πολλές φορές και να εμποδίσουν με κάθε τρόπο οι άρχουσες τάξεις μέχρι και σήμερα, καλλιεργώντας και αναδεικνύοντας τα “πολιτικώς ορθά” της κάθε εποχής. Είναι ένας εύσχημος τρόπος για να θέσουν, στην καλύτερη περίπτωση όρια, ώστε να κρύψουν ανικανότητα, να αποφύγουν κριτικές και γενικά να έχουν, εκμεταλλευόμενοι την θέση τους, προσωπικό όφελος σε βάρος της κοινωνίας. Συνεπώς οι απόψεις που αποκλίνουν από τις “πολιτικώς ορθές” είναι πολύ βολικό να χαρακτηρισθούν “καινά δαιμόνια” με ότι αυτό συνεπάγεται.
Η διδασκαλία του Σωκράτη με μία πρώτη ματιά φαίνεται να έχει μια αντίφαση, η οποία θέλει διερεύνηση. Από την μία δέχεται ότι σκοπός της είναι να σε οδηγήσει στην απόλυτη αλήθεια με την λογική σκέψη και τον ορισμό των εννοιών, από την άλλη δέχεται ότι κανένας δεν μπορεί να φθάσει να γίνει παντογνώστης. Χαρακτηριστικά πρέπει να αναφέρω ότι τους τελευταίους μήνες της ζωής του προσπαθούσε να μάθει κιθάρα. Συνεπώς πρέπει να δεχθούμε ότι ο Σωκράτης δείχνει τον τρόπο που πιστεύει ότι πρέπει να σκέπτεται ο μαθητής, ώστε να προσεγγίσει όσο μπορεί το απόλυτο, στο οποίο δεν θα φθάσει ποτέ.
Η εκτέλεση του Σωκράτη καθυστέρησε για θρησκευτικούς λόγους και έγινε ένα μήνα μετά τη δίκη του. Στο διάστημα αυτό οι μαθητές του οργάνωσαν την απόδραση του, αλλά ο ίδιος δεν δέχθηκε αυτού του είδους την ελευθερία. Αυτή η απόφαση είναι συνεπής με τις αρχές και τη διδασκαλία του Σωκράτη, καθώς και με την στάση που κράτησε στη δίκη του. Εκεί αρνούμενος να αναθεωρήσει τις απόψεις του είπε ότι ποτέ δεν εργάσθηκε εναντίον της πόλης, προσπαθούσε δε πάντα να είναι πιστός στους νόμους και το τήρησε μέχρι το τέλος.
Αυτή ακριβώς η στάση καταρρίπτει κάθε κατηγορία και επιβεβαιώνει την θέση του ότι η κριτική του αποσκοπεί αποκλειστικά στην βελτίωση της πολιτικής ζωής της πόλης. Εδώ ο Σωκράτης εισάγει για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία την έννοια του νόμου ως συμβόλαιο ανάμεσα στην πόλη -κράτος και τον πολίτη. Πολλούς αιώνες αργότερα η ιστορία επαναλαμβάνεται όταν στην ίδια περίπου θέση βρέθηκε ο Γαλιλαίος ο οποίος στη “δίκη” του τήρησε διαφορετική τακτική και στη συνέχεια ο Ρουσσώ επαναφέρει το κοινωνικό συμβόλαιο.



