
ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ (1893-1923)
Του Παύλου Δούβλη
Στην προσπάθεια να βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις μου σχετικά με το ’21, αντιλήφθηκα τους λόγους οι οποίοι ανάγκαζαν την Μ. Βρετανία να ελέγχει πλήρως την νότια βαλκανική χερσόνησο, την Κρήτη, την Κύπρο, το Σουέζ και γενικά ό,τι άλλο μπορούσε στην Ανατολική Μεσόγειο. Με αυτή την λογική εξηγούνται πολύ καλά όχι μόνο τα δεινά του υπό δημιουργία Ελληνικού κράτους και ό,τι συνέβη στον περίγυρο αλλά και ό,τι ακολούθησε τα επόμενα χρόνια.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Κατά σύμπτωση, ζωτικά συμφέροντα για την ίδια περιοχή είχαν και οι Ρώσσοι, με την διαφορά ότι αυτοί, σε αντίθεση με τους Εγγλέζους, είχαν και συνεχίζουν μέχρι σήμερα να έχουν, αρκετές εναλλακτικές λύσεις, με αποτέλεσμα να είναι σε θέση ανάλογα των εκάστοτε συνθηκών να προσαρμόζουν την πολιτική τους. Έτσι εξηγούνται και οι παράξενες αλλαγές στις πολιτικές που ασκούν στην περιοχή.
Η εξέλιξη των γεγονότων μέχρι και σήμερα μας δείχνει ότι τα συμφέροντα των δύο αυτοκρατοριών πολλές φορές (ίσως τις περισσότερες) συμπίπτουν, οπότε τις βλέπουμε να συμμαχούν και άλλες να αποκλίνουν οπότε φθάνουμε σε απευθείας, ή σε συγκαλυμμένες πολεμικές αντιπαραθέσεις μεταξύ τους. Σε αυτό το πλαίσιο οι χώρες τις περιοχής, η μικρή Ελλάδα και η παρακμάζουσα Οθωμανική αυτοκρατορία, καταλήγουν πιόνια στα μεγάλα συμφέροντα.
Σαν αποτέλεσμα αυτών, ανακύπτουν τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα αφ’ ενός ο Εθνικός Διχασμός στην μικρή Ελλάδα και το Ανατολικό Ζήτημα στην τεράστια (ακόμη) αλλά πολύ αδύναμη πλέον, Οθωμανική αυτοκρατορία και όπως λέει η ρήση για αυτές τις περιπτώσεις «δρυός πεσούσης…». Με αυτή την οπτική οι αιτίες που επηρέασαν την εξέλιξη των δύο εθνών, το διάστημα από το 1850 μέχρι το 1925 έχουν κοινή ρίζα και λογικά δεν διαχωρίζονται.
Οι απαντήσεις σε ερωτήματα όπως, τι είναι ακριβώς ο Εθνικός Διχασμός, τι αποτελέσματα είχε, ή τι τον προκάλεσε, ενώ στην ουσία είναι αρκετά απλές, γίνονται εξαιρετικά πολύπλοκες ή καλύτερα ασαφείς, διότι υπάρχουν και σήμερα δυνάμεις που φροντίζουν να τις κρύβουν πίσω από ένα πυκνό σύννεφο ομίχλης.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις που προκαλεί η επικαιρότητα συχνά οδηγούν σε εντάσεις οι οποίες μερικές φορές γίνονται ανεξέλεγκτες. Όμως οι διαφορετικές απόψεις για ζητήματα που απαιτούν λύσεις σε καμιά περίπτωση δεν είναι διχασμός, είναι κάτι φυσιολογικό ίσως και αναγκαίο για την πρόοδο μιας κοινωνίας.
Οι διαφορετικές ιδεολογικές απόψεις είναι αρκετά πιο σοβαρό πρόβλημα, διότι ξεκινούν από διαφορετικές βάσεις οι οποίες κατά κάποιο τρόπο είναι αγεφύρωτες. Στην περίπτωση αυτή η κοινωνία απαιτεί αμοιβαίους συμβιβασμούς για να κρατηθούν οι λεπτές ισορροπίες, εξ’ άλλου αυτή είναι η ουσία και η πραγματική αποστολή της “πολιτικής”.
Αυτής της κατηγορίας θέματα συνήθως μπορεί να είναι η μορφή του πολιτεύματος, το κοινωνικό καθεστώς ή ένας εξωτερικός εχθρός. Με μια πρώτη ματιά στις πηγές της εποχής διαπιστώνω με έκπληξη ότι τίποτα από αυτά δεν ισχύει.
Βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του 1910 λίγο μετά το τέλος των Βαλκανικών πολέμων κι ενώ δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση ούτε για την μορφή του πολιτεύματος (αφού οι σχέσεις παλατιού – κοινοβουλίου φαίνονται αρμονικές), ούτε για την κοινωνική πολιτική, η διαμάχη στους κόλπους της Ελληνικής κοινωνίας και των εκπροσώπων της δεν εξελίσσεται σε απλή κοκορομαχία αλλά παίρνει την μορφή μονομαχίας μέχρι θανάτου. Συνεπώς κάτι πολύ σοβαρό προϋπάρχει.
Αναγκαστικά ερχόμαστε πιο πίσω για να δούμε τα σημαντικά γεγονότα (σταθμούς) που πιθανά μας οδηγήσουν και στις αιτίες του διχασμού της Ελληνικής κοινωνίας:
Το σκηνικό στην Ευρώπη είναι αυτό του Α. Παγκοσμίου πολέμου στα πλαίσια του οποίου ο Λόρενς στην Αραβία προσπαθεί να ξεσηκώσει τους ντόπιους κατά των Οθωμανών. Η Ελλάδα είναι στο πλευρό της Αντάντ. Είχαν προηγηθεί οι Βαλκανικοί πόλεμοι και για να φθάσουμε εκεί είχαμε το 1909 το κίνημα στο Γουδί. Άρα κάτι έβραζε.
Πιο πίσω σκοντάφτουμε στον καταστροφικό Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Μία από τις πιο δυσάρεστες στιγμές του Ελληνισμού, για να ακολουθήσει όμως ένα χρόνο μετά η ενσωμάτωση της Κρήτης.
Λίγο πιο πίσω, το 1893, έχουμε την πτώχευση του κράτους και ενδιάμεσα την πρώτη Ολυμπιάδα. Δύσκολα μπορεί, ένας σαν κι εμένα, να διακρίνει το λογικό από το παράλογο στα όσα συμβαίνουν στη χώρα την δεκαετία του 1890.
Συνεχίζοντας την αναδρομή σκοντάφτω στο 1877 που έχουμε έναν ακόμη Ρώσο-τουρκικό πόλεμο απόρροια του οποίου είναι η έξαρση του Βαλκανικού εθνικισμού με επιπτώσεις σε όλη τη γειτονιά.
Έξι χρόνια πιο νωρίς, το1871, έχουμε την ανακήρυξή της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία αλλάζει τις ισορροπίες στην Ευρώπη και επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τα πράγματα στην Ελλάδα. Η Βαυαροκρατία μας τελειώνει και μπαίνουμε σε άλλα μονοπάτια. Πιο πίσω δεν έχει διότι φθάνουμε στα ύστερα της Ελληνικής Επανάστασης του 21, δηλαδή στην έναρξη λειτουργείας της διώρυγας του Σουέζ τον παράγοντα που κατά την γνώμη μου διαμορφώνει τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Έτσι αποφασίζω ακόμη μια φορά να ακολουθήσω την ΄΄μέθοδο Σκαρίμπα΄΄ και να φύγω από την φωτογραφική παράθεση των γεγονότων, μήπως μπορέσω να διακρίνω τις αφανείς δυνάμεις που ρυθμίζουν τα γεγονότα ώστε να εξελιχθούν αδυσώπητα με τον τρόπο που εξελίχθηκαν. Εξ άλλου αποδείχθηκε και ως άριστη Γεωλογική μέθοδος.
Είναι βασικό και δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η Ελλάδα εκείνη την εποχή ήταν η περιοχή νότια της Θεσσαλίας, δηλαδή όλοι την βλέπουν (στρατηγικά) πιο πολύ σαν την Νοτιοανατολική χερσόνησο της Ευρώπης και έτσι η Ιστορία της, από την αρχή λειτουργείας του Σουέζ μέχρι το 1922 είναι συνδεδεμένη με την ιστορία δύο άλλων “γειτονικών στρατηγικών” χερσονήσων της Καλλίπολης και της Κριμαίας. Νομίζω μάλιστα ότι είναι πιο εύκολο να αντιληφθεί κάποιος την ιστορία της Ελλάδας, αν ρίξει μια ματιά στο τι γίνεται στην Κριμαία εκείνη ακριβώς την εποχή.
ΚΡΙΜΑΙΑ
Παλιά η χερσόνησος ονομαζότανε Ταυρίδα. Έτσι την είχαν ονομάσει οι Έλληνες, πριν 3.000 χρόνια περίπου, όταν για τις ανάγκες του εμπορίου δημιούργησαν στα παράλια της περιοχής σταθμούς οι οποίοι εξελίχθηκαν με το χρόνο σε πόλεις. Στη συνέχεια οι Ρωμαίοι καταλαμβάνουν την περιοχή, ακολουθούν για λίγο οι Ούννοι και για χίλια περίπου χρόνια οι Βυζαντινοί. Οι κάτοικοι της χερσονήσου είναι Ρώσοι, Σκύθες και πολλές μειονότητες.
Τα πράγματα αλλάζουν το 1440 όταν οι Μογγόλοι ελέγχουν την περιοχή και δημιουργούν το Χανάτο της Κριμαίας. Μετά από έναν αιώνα οι Οθωμανοί Τούρκοι εμφανίζονται σαν “νόμιμοι κληρονόμοι” των Μογγόλων. Στα μέσα του 18ου αιώνα επανέρχονται οι Ρώσοι οι οποίοι ολοκληρώνουν την κατάληψη της χερσονήσου το 1783. Μέχρι εδώ ο κοινός παράγοντας της χερσονήσου και του Ελληνισμού είναι κυρίως οι εμπορικές σχέσεις και δευτερευόντως οι πολιτιστικές.
Οι σχέσεις αυτές παίρνουν άλλη τροπή περίπου το 1850. Την εποχή ακριβώς αυτή, οι Άγγλο -Γάλλοι είχαν την φαεινή ιδέα να αποκαταστήσουν την Τουρκική κυριαρχία στην Κριμαία. Κάποιος θα αναρωτηθεί τι άραγε, εκτός από καλοσύνη, έχουν στο μυαλό τους; Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιούν κατ’ αρχή σαν βάση την Ελλάδα, στη συνέχεια δημιουργούν οχυρές θέσεις στην Καλλίπολη και το 1853 οι τρεις αυτοκρατορίες των Βρετανών, Γάλλων και Οθωμανών αρχίζουν την επίθεση κατά της Ρωσίας για την κατάληψη της Κριμαίας.
Πραγματικά καταλαμβάνουν την χερσόνησο για λογαριασμό των Οθωμανών, ελέγχουν όμως και τα στενά αποθαρρύνοντας τυχόν αντεπίθεση των Ρώσων, δίνοντάς τους βέβαια το δικαίωμα της ελεύθερης ναυσιπλοΐας. Αυτή είναι η πρώτη φορά από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, που η Ελλάδα στέκεται σύμμαχος στο πλευρό των Οθωμανών.
Το 1877 οι Ρώσοι με αφορμή την Κριμαία, επανέρχονται και έχουμε έναν ακόμη Ρώσο- Τουρκικό πόλεμο. Οι επιχειρήσεις επεκτείνονται τόσο στα Βαλκάνια όσο και στον Καύκασο με σημαντικές επιτυχίες των Ρώσων. Στη φάση αυτή οι Δυτικοί κατ’ αρχή δεν ανακατεύονται αλλά όταν οι Ρώσοι απειλούν την Πόλη, αναγκάζονται (δήθεν;) να σταθούν στο πλευρό των Οθωμανών. Με το αζημίωτο όμως, όπως τουλάχιστον νομίζω εγώ που δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς τα γεγονότα. Κατά σύμπτωση οι Βρετανοί αυτό το διάστημα ‘’αγοράζουν’’ την Κύπρο από τους Οθωμανούς. Το ‘’αγοράζουν’’ νομίζω ότι μεταφράζεται ‘’μας δίνεται την Κύπρο και σας βοηθάμε με τους Ρώσους’’. Και έτσι έγινε. Οι Βρετανοί παίρνουν την Κύπρο, οι Ρώσοι δεν συνεχίζουν υποχωρούν αφήνοντας τις ηγεμονίες Ρουμανίας, Σερβίας, Βουλγαρίας και Μαυροβουνίου ανεξάρτητα κράτη. Το ίδιο διάστημα και οι Αυστριακό – Ούγγροι καταλαμβάνουν την Βοσνία Ερζεγοβίνη (τι σόι αυτοκρατορία θα ήταν αν δεν κέρδιζαν και αυτοί κάτι).
Τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1870 είναι αυτά που με βάση την Κριμαία, καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό την μοίρα της Ευρώπης μέχρι σήμερα. Στην πραγματικότητα πολύ λίγα αλλάζουν. Τα τέσσερα νεαρά κράτη της Βαλκανικής με την Βοσνία είναι αρκετά “ζωηρά και άπειρα”, ώστε η Βαλκανική να θεωρείται η πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης.
Οι Οθωμανοί αντιλαμβανόμενοι τον βρώμικο ρόλο των Δυτικών τέως συμμάχων τους αλλά και συνολικά την αδυναμία τους, στρέφουν το βλέμμα τους στην νέα μεγάλη δύναμη, την Γερμανία. Στο βάθος βέβαια αντιλαμβάνονται ότι σε αυτή την φάση τουλάχιστον, οι πόλεμοι με την Ρωσία τελικά άλλους εξυπηρετούν και ότι παρά τα αντίθετα συμφέροντα μία ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ τους είναι η πιο συμφέρουσα για αυτούς πολιτική. Η σχέση αυτή συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Η Ελλάδα παραμένει μια χερσόνησος στην άκρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά πλέον την συνδέει με αυτή μια σχετικά στενή λουρίδα γης. Οι Βρετανοί από την άλλη προσπαθούν να ελέγξουν τις εξελίξεις στην Βαλκανική για να μην περάσει στην επιρροή της Ρωσίας και να επωφεληθούν όπως μπορούν από την ραγδαία πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μην έχοντας κάτι καλύτερο αποφασίζουν να χρησιμοποιήσουν την Ελλάδα σαν ορμητήριο και μοχλό πίεσης στην περιοχή.
ΕΛΛΑΔΑ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ
Μπαίνοντας το 1890 η Ελλάδα είναι σε δύσκολη θέση και απλά προσπαθεί να σταθεί όρθια. Η κυβέρνηση του Τρικούπη δεν τα βγάζει πέρα και το τέλος του 1893 κηρύσσει πτώχευση με τις συνέπειες να ακολουθούν τη χώρα αρκετές δεκαετίες. Φυσικά ο Τρικούπης θεωρείται (και είναι) υπεύθυνος, ακολουθούν μέσα σε έντονη διαμάχη εκλογές τις οποίες κερδίζει και αναλαμβάνει την διακυβέρνηση της χώρας ο Δηλιγιάννης.
Κατά την γνώμη μου τον Τρικούπη, παρ’ όλο ότι δεν τα κατάφερε, δεν τον λες και αποτυχημένο. Την προσπάθεια την έκανε και έργο άφησε, αλλά δεν ξέρω αν αυτό ήθελε κατά προτεραιότητα από αυτόν ο ξένος παράγοντας. Επίσης είναι αδύνατον να μην γνώριζε, τουλάχιστον σε γενικές γραμμές, τα σχέδιά τους για την περιοχή. Συνεπώς δεν εκτίμησε σωστά τις δυνατότητές του.
Από την άλλη οι κινήσεις του Δηλιγιάννη δεν φαίνεται να έχουν έρμα. Με αφορμή το αυτονομιστικό κίνημα της Κρήτης οδήγησε την χώρα στον πόλεμο του1897 που αποτελεί μια από τις πιο μαύρες σελίδες της Ελληνικής ιστορίας. Οι Οθωμανοί υπερισχύουν εύκολα και ενώ η Ελλάδα βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση αρχίζουν τα παράξενα.
Προφανώς με παρέμβαση των μεγάλων δυνάμεων οι Τούρκοι αντί να βρεθούν στην Αθήνα, επιστρέφουν στα αρχικά σύνορα. Σαν να μην έφθανε αυτό την άλλη χρονιά αναγνωρίζουν την αυτονομία της Κρήτης και κυβερνήτης της ορίζεται ο Πρίγκηπας της Ελλάδας Γεώργιος. Μετά την αυτονομία της Κρήτης (στην ουσία με Βρετανική επικυριαρχία) η πλευρά των Κεντρικών Δυνάμεων (στην ουσία οι Γερμανοί) απαιτούν και πετυχαίνουν την επιβολή διεθνούς οικονομικού ελέγχου στην Ελλάδα για την αποπληρωμή των χρεών της, καθεστώς που συνεχίσθηκε για δεκαετίες. Σ’ αυτή την κίνηση πρωτοστάτησαν οι Γερμανοί προφανώς για να βοηθήσουν αφ’ ενός τους Οθωμανούς συμμάχους τους και αφ’ εταίρου για να δείξουν σε όλους την δύναμή τους, κυρίως στον οικονομικό τομέα.
Με αυτή την λογική πίσω από τις ενέργειες του Δηλιγιάννη τα νήματα κινούν οι Βρετανοί και οι άλλες δυνάμεις που πιέζουν για την εξασθένιση ή ακόμα και την διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Ελλάδα όμως είναι χαμένη μέσα στο πέπλο της ομίχλης που σκεπάζει (κρύβει) τα αίτια της χρεοκοπίας και στη συνέχεια της ήττας, οι δε έντονες αλληλοκατηγορίες το μόνο που κάνουν είναι να συμβάλλουν στην διαίρεση και του λαού. Συνεπώς η χώρα είναι πολύ αδύνατη για να αποτελέσει κάποιο αξιόλογο εκτελεστικό βραχίονα ώστε να συμβάλλει στην επιτυχία αυτών των στόχων. Έτσι εξηγείται και η άμεση παρέμβαση του ξένου παράγοντα ο οποίος απ’ ότι φαίνεται είχε και εναλλακτικά σχέδια.
ΠΡΩΤΟ (;) ΣΤΑΔΙΟ ΤΟΥ ΔΙΧΑΣΜΟΥ
Τις ενέργειες αυτές του Δηλιγιάννη η αντιπολίτευση τις θεωρεί τυχοδιωκτικές. Οι δύο πλευρές αλληλοκατηγορούνται και πολλοί λένε ότι αυτή η έντονη αντιπαράθεση αποτελεί τα προεόρτια του εθνικού διχασμού. Ίσως αυτό να αλήθευε αν δεν είχαν προηγηθεί πχ. τα γεγονότα του 21, η δολοφονία του Καποδίστρια, το 1843 ή η Βαυαροκρατία τα οποία δείχνουν την προεργασία που είχε γίνει ώστε να σιγοκαίει η σπίθα του διχασμού στα σωθικά του νεοσύστατου κράτους, την φροντίδα να υπάρχουν πάντα συγκεκριμένες αιτίες αντιπαλότητας, για να μπορεί να χαρακτηρισθεί και διαχρονικός.
Για να επανέλθουμε στις ενέργειες του Δηλιγιάννη, αυτές αποκτούν νόημα μόνο αν τις δούμε σαν ΄΄δόγμα΄΄ το οποίο περίπου συνοψίζεται στο ότι: Αν ακολουθείς πιστά τις εντολές των Μεγάλων Δυνάμεων τελικά κάποιο κέρδος θα μείνει και για σένα. Το σκεπτικό αυτό το ακολουθεί μέχρι σήμερα η πλειοψηφία των κομμάτων της Ελλάδας. Συνεπώς ο ΄΄διχασμός΄΄ αφορά το πιά από τις συμμαχίες των Μεγάλων Δυνάμεων υποστηρίζει το κάθε κόμμα ή για την ακρίβεια πιά συμφέροντα υπηρετούμε. Αν είναι σωστή η σκέψη μου θα πρέπει τις εποχές που αυξάνονται οι εντάσεις μεταξύ των Δυνάμεων που επηρεάζουν την χώρα, να αυξάνονται και οι εσωτερικές διαμάχες. Άρα η κορύφωση αυτών των αντιπαραθέσεων πρέπει να συμπίπτει με τους πολέμους αυτών των συμφερόντων. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι τυπικό παράδειγμα μελέτης αυτής της σχέσης διότι ακόμα δεν μπλέκονται οι ιδεολογίες. Από την άλλη δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι σε κάθε εποχή υπάρχουν σημαντικά πρόσωπα αλλά και πολιτικές ή άλλες οργανώσεις (κόμματα, λέσχες κλπ.), που κάθε άλλο παρά ορντινάντσες είναι. Αγωνιούν για την πορεία της χώρας και συνήθως προσπαθούν να σώσουν ότι σώζεται.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν αφ’ ενός το κίνημα των Νεότουρκων στην Οθωμανική αυτοκρατορία (1906) και αφ’ εταίρου το κίνημα στο Γουδί, που έγινε στην Ελλάδα το 1909 από έναν Στρατιωτικό Σύνδεσμο. Τα αιτήματα και των δύο κινημάτων είναι περίπου τα ίδια. Πίσω από τα αιτήματα για μεταρρυθμίσεις κρύβεται η απαίτηση για την προώθηση των εθνικών συμφερόντων (για μια εθνική πολιτική).
Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος επέμεινε στην αναδιοργάνωση του στρατού και απαίτησε την απομάκρυνση του διαδόχου Κωνσταντίνου από την διοίκηση του στρατού. Το αίτημα αυτό μπήκε γιατί ανώτεροι αξιωματικοί τον θεωρούσαν προσωπικά υπεύθυνο για την ήττα του 1897. Πολλοί προβάλλουν την απειρία (λόγω του νεαρού της ηλικίας, ήταν μόλις 28 ετών) ως το κύριο μειονέκτημα για αρχηγό στρατού και απορρίπτουν το ενδεχόμενο να δούλεψε συνειδητά για λογαριασμό των Γερμανών και κατ’ επέκταση των Τούρκων. Το αν το αίτημα τέθηκε για να αποκαταστήσει την τάξη στην ιεραρχία του στρατού ή για να ικανοποιήσει τυχόν Βρετανικές επιφυλάξεις ή κάτι άλλο είναι θέμα ιστορικής έρευνας.
Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι Διχασμός υπάρχει, όλα αυτά τα δεκαπέντε χρόνια ενισχύεται και εκτός από το δίπολο κόμματα – παλάτι, επεκτείνεται και ριζώνει στην κοινωνία.
ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ
Το 1910 γίνονται εκλογές στην Ελλάδα και την διακυβέρνηση αναλαμβάνει ο Ελ. Βενιζέλος, κάτι σαν συνέχεια του κινήματος στο Γουδί. Τα επόμενα δύο χρόνια εντείνονται τα εθνικιστικά κινήματα στα Βαλκάνια. Οι ζυμώσεις στα κράτη της περιοχής οδηγούν το καλοκαίρι του 12 στην δημιουργία ενός συνασπισμού κρατών εναντίον των Οθωμανών.
Την ίδια περίοδο που μερικές από τις Μεγάλες Δυνάμεις υποσκάπτουν με διευρυμένο σχέδιο τώρα την Αυτοκρατορία των Οθωμανών, η Ρωσία με την Αυστροουγγαρία πιέζουν να μην αλλάξουν τα σύνορα στα Βαλκάνια (δηλ. δεν είναι έτοιμες για πόλεμο). Η δυναμική όμως των γεγονότων δεν αλλάζει.
Στις 9 Οκτωβρίου του 1912 το Μαυροβούνιο κηρύσσει τον πόλεμο κατά των Οθωμανών. Στις 17 του μηνός ακολουθούν η Σερβία με την Βουλγαρία και την επόμενη μέρα (18 – 10ου) η Ελλάδα. Τις πολεμικές επιχειρήσεις τις προσπερνώ και τελικά η Βαλκανική συμμαχία κερδίζει αρκετά εδάφη ενώ οι Οθωμανοί υποχωρούν. Το τέλος του πολέμου (Μάιος του 13) βρίσκει τις Ελληνικές δυνάμεις στην Καβάλα. Οι εξελίξεις αυτές αυτόματα φέρνουν στο μυαλό μου μερικές σκέψεις: Αρχικά η συμμαχία των χωρών της Βαλκανικής αν δεν ήταν ευκαιριακή και κύρια ξενόφτιαχτη, θα έφερνε κάτι από το όραμα του Ρήγα. Ίσως φταίει και ο έντονος εθνικισμός. Κυβέρνηση στην Ελλάδα ήταν οι φιλελεύθεροι του Βενιζέλου. Αρχηγός του στρατού (έστω και με επίβλεψη) ήταν πάλι ο Κωνσταντίνος. Η συνεργασία τους είναι γενικά πολύ καλή. Οι δύο παραπάνω παρατηρήσεις δεν νομίζω ότι θα άρεσαν στις κυρίαρχες Ευρωπαϊκές δυνάμεις διότι λείπει το στοιχείο του διχασμού. Ίσως μερικοί να φοβούνται ότι η κατάσταση πάει να ξεφύγει από τον έλεγχό τους.
Ο ‘’διχασμός’’ συνεπώς αποτελεί βασικό δομικό στοιχείο της πολιτικής των ισχυρών στα Βαλκάνια. Έτσι δύο μόλις μήνες μετά, αρχίζει μια δεύτερη φάση πολεμικών επιχειρήσεων στην περιοχή (Β’ Βαλκανικός πόλεμος), με εχθροπραξίες μεταξύ και των συμμάχων τώρα. Βούλγαροι εναντίον Σέρβων, Ρουμάνοι εναντίον Βουλγάρων και οι Τούρκοι ανακαταλαμβάνουν την Αδριανούπολη. Όλα αυτά μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια των Ρώσων να μεσολαβήσουν για να μην φθάσουμε σε ενδοσυμμαχικές πολεμικές επιχειρήσεις. Η απορία που δημιουργεί η ξαφνική αλλαγή στρατοπέδου της Βουλγαρίας, η οποία προσεγγίζει την Τουρκία (άρα την Γερμανία), με δεδομένο ότι ήταν νικήτρια, εξηγείται μόνο με την αθέτηση συμφωνιών που είχαν γίνει προ του πολέμου.
Στα αποτελέσματα του Α’ Βαλκανικού πολέμου, πέρα από τα νέα σύνορα, πρέπει να αναφερθεί και η δημιουργία του Αλβανικού κράτους. Ιδιαίτερη σελίδα νομίζω ότι είναι και η ναυμαχία της Λήμνου (Κουντουριώτης – θωρηκτό Αβέρωφ). Οι αντιθέσεις όμως των μεγάλων δυνάμεων δυναμώνουν και κατά συνέπεια μεγαλώνουν και οι εντάσεις μεταξύ των εκπροσώπων τους σε κάθε χώρα. Βαδίζουμε σταθερά προς τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο.
ΚΑΛΛΙΠΟΛΗ
Η κυβέρνηση του Βενιζέλου αντιπροσωπεύει το φιλοβρετανικό γκρουπ στην Ελλάδα και υποστηρίζει την ένταξη στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Το παλάτι προτείνει την ουδετερότητα της χώρας. Εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να θέσουν θέμα συμπόρευσης με τους Γερμανούς λόγω της συμμαχίας με την Τουρκία, εξ άλλου ο Κωνσταντίνος είναι γαμπρός από αδελφή του Κάιζερ οπότε η ‘’εξαίρεση’’ είναι μονόδρομος.
Φθάνουμε στις αρχές του 15 και ο πρωθυπουργός (δηλ. οι Βρετανοί) στέλνει στο παλάτι (δηλ. στους Γερμανούς) τρείς επιστολές με τις οποίες ζητάει να συμφωνήσει και το παλάτι στην εξής ανταλλαγή: Να δοθούν εδάφη της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης στην Βουλγαρία και να πάρουμε ίσης έκτασης εδάφη στην Μ. Ασία. Ο Κωνσταντίνος διαφωνεί και ο Βενιζέλος δημοσίευσε τις επιστολές στον Γαλλικό τύπο κάτι που θεωρήθηκε αντιδεοντολογικό, ζήτησε δε άμεσα την συμμετοχή της χώρας στην επιχείρηση κατάληψης των στενών από τις δυνάμεις της Αντάντ. Η αρχική ιδέα ήταν Βρετανική γιατί εκείνη την εποχή σχεδίαζαν την επιχείρηση κατάληψης της Καλλίπολης δηλ. της βόρειας ακτής των Δαρδανελίων, υπολόγιζαν δε να είναι κοντά στις νότιες ακτές οι “σύμμαχοι Έλληνες”.
Το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα λέγεται ότι είχε παρασκηνιακά συμφωνηθεί και η συμμετοχή της Ελλάδας στην επιχείρηση με δεκαπέντε χιλιάδες στρατό και τον στόλο. Στη συνέχεια ο υπουργός στρατιωτικών της Βρετανίας Ουίνστων Τσώρτσιλ, για κάποιους λόγους απέρριψε το σχέδιο και το κενό το κάλυψαν δυνάμεις από την Αυστραλία και την Ν. Ζηλανδία. Στην Αθήνα ο Βασιλιάς, βασιζόμενος σε μια έκθεση του ΓΕΣ, αρνήθηκε την πρόταση της κυβέρνησης. Την σύνταξη της έκθεσης επιμελήθηκε ο επιτελάρχης Ιωάννης Μεταξάς και προέβλεπε ήττα της Αντάντ στα στενά. Ο Ι. Μεταξάς με κάπως παράξενη για σήμερα γλώσσα υποστήριξε ότι: «οποιοδήποτε στρατιωτικόν εγχείρημα ημών εις τον χώρο της Μ. Ασίας δεν θα είναι μόνον πράξις καταστροφής αλλά πράξις οιονεί αυτοκτονίας». Στη συνέχεια οι εξελίξεις στην Ελλάδα παίρνουν καταιγιστικό ρυθμό.
Στις 21 Μαρτίου, με αφορμή την διένεξη με το παλάτι ο πρωθυπουργός παραιτήθηκε. Εκλογές γίνονται τον Μάιο του 15 και επανεκλέγεται ο Βενιζέλος, ο οποίος θεωρεί ότι οι θέσεις του εγκρίνονται. Ενδιάμεσα τον Απρίλιο οι Αντάντ αρχίζει την επιχείρηση κατάληψης της Καλλίπολης. Η Ελλάδα δεν παίρνει μέρος με στρατό αλλά οι Άγγλο – Γάλλοι την έχουν σαν βάση και αποβιβάζουν τα στρατεύματά τους στην Θεσσαλονίκη. Επικεφαλής είναι ο Γάλλος στρατηγός Sarail. Στην Καλλίπολη τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά για τις δυνάμεις της Αντάντ. Την διοίκηση των Οθωμανών έχει ο Γερμανός Στρατηγός Liman von Sanders και στην άμυνα της Ραιδεστού διακρίνεται ο Συνταγματάρχης Κεμάλ ο οποίος αναδεικνύεται σαν η ψυχή της αντίστασης των Τούρκων.
Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1915 οι Γερμανοί ζητούν από την Ελλάδα ουδετερότητα με κάποια ανταλλάγματα, εφ’ όσον βέβαια κερδίσουν τον πόλεμο. Αυτά είναι κατ’ αρχή η υπόσχεση (αν και αυτό εκβιασμός φαίνεται) για εξασφάλιση του Ελληνισμού της Ιωνίας και του Πόντου. Την παραχώρηση στην Ελλάδα της Β. Ηπείρου και μελλοντικά των Δωδεκανήσων και της Κύπρου, με ρύθμιση των συνόρων με την Βουλγαρία.
Ο πρωθυπουργός αρνήθηκε την πρόταση των Γερμανών και η Αντάντ εγγυήθηκε τα σύνορα της Ελλάδας. Το παλάτι μένει στη θέση του και ο πρωθυπουργός παραιτήθηκε πάλι. Εκλογές ορίζονται για τις 6 – 12 – 15 αλλά το κόμμα των Φιλελευθέρων δεν λαμβάνει μέρος επιμένοντας ότι οι πράξεις των ανακτόρων είναι αντισυνταγματικές. Έτσι κερδίζουν οι φιλοβασιλικοί. Το ίδιο διάστημα η κατάσταση στην Καλλίπολη είναι καταστροφική για την Αντάντ. Χάνονται πολλά πλοία των συμμάχων και περίπου 120.000 άνδρες. Δεν πετυχαίνουν τίποτα, η ήττα των Δυτικών είναι ολοκληρωτική και τον Ιανουάριο του 1916 αποχωρούν.
ΔΙΧΑΣΜΟΥ ΣΥΝΕΧΕΙΑ…
Μετά την ήττα στα στενά, οι Βρετανοί κάνουν νέες προτάσεις στην φιλοβασιλική κυβέρνηση Σκουλούδη και με δύο λόγια ζητούν να μπει στον πόλεμο η Ελλάδα στο πλευρό τους αφού της παραχωρήσουν την Κύπρο. Ο Σκουλούδης αρνείται την «προσφορά», οι γνώμες διίστανται, ο διχασμός βαθαίνει και φθάνουμε στην πιο τραγική κατάσταση που έζησε η χώρα μέχρι εκείνη την στιγμή, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πάντα υπάρχουν και χειρότερα.
Με την σύμφωνη γνώμη των ανακτόρων, του υπουργού άμυνας Γιαννακίτσα και του επιτελάρχη Μεταξά, ο Σκουλούδης υπογράφει συμφωνία με τους Γερμανούς και τους Βουλγάρους (26 – 5 – 16) για την αμαχητί παράδοση σε αυτούς του οχυρού Ρούπελ. Στη συνέχεια παραδίδονται η Καβάλα και το τέταρτο σώμα στρατού με αποτέλεσμα περισσότεροι από 7.000 άνδρες (αξιωματικοί και οπλίτες) του Δ’ σώματος να σταλούν αιχμάλωτοι στο Γερμανικό στρατόπεδο Γκέρλιτς, στα σύνορα Γερμανίας Πολωνίας.
Η εξέλιξη των γεγονότων δεν είναι παράσταση έγκλειστων σε τρελοκομείο αλλά πολιτική διαδοχικών Ελληνικών (υποτίθεται) κυβερνήσεων οι οποίες κάνουν ότι περνάει από το μυαλό τους για να δείχνουν την δουλικότητα τους στα ξένα αφεντικά τους. Αυτά τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι στην χώρα συνυπάρχουν άρα συνδιοικούν, δύο διακριτά κέντρα αποφάσεων τα οποία εργάζονται αποκλειστικά για λογαριασμό των ξένων δυνάμεων (Δυτικών ή Κεντρικών αυτοκρατοριών), με τα συμφέροντα της χώρας να αποτελούν ένα ασαφές πλαίσιο μέσα στο οποίο ‘’πρέπει’’ να κινούνται οι απαιτήσεις των ξένων συμφερόντων και αν αυτά τα συμφέροντα συγκλίνουν έχουμε την μία όψη του νομίσματος, αν αποκλίνουν την άλλη. Άρα δεν έχει νόημα να ψάχνουμε αιτίες για τον διχασμό. Όταν έχεις μπροστά σου τον λύκο δεν ψάχνεις τα χνάρια, λένε στα χωριά.
Τα γεγονότα προκαλούν αλυσιδωτές αντιδράσεις στη χώρα και στις 16-8- 16 ξεσπά το κίνημα της ‘’Εθνικής Άμυνας’’ στη Θεσσαλονίκη από φιλοβενιζελικούς αξιωματικούς. Ίσως στην πραγματικότητα το κίνημα να είναι υποκινούμενο από τις δυνάμεις της Αντάντ, με σκοπό την επαναφορά του Βενιζέλου. Πράγματι με την κάλυψη του κινήματος, στα Χανιά ο Βενιζέλος με τους Κουντουριώτη και Δαγκλή σχηματίζουν άμεσα προσωρινή κυβέρνηση, ανεβαίνουν στην Θεσσαλονίκη και στις 24 – 11 – 16 κηρύσσουν τον πόλεμο στις κεντρικές δυνάμεις.
Για κάποιο περίεργο τρόπο παρ’ ότι βρισκόμαστε σε οριακό σημείο, όλο αυτό το διάστημα δεν γίνεται προσπάθεια ή έστω ζύμωση για μιας μορφής ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των ανακτόρων και των κυβερνήσεων, ώστε να αποφεύγονται ζημιογόνες για τη χώρα ρίξεις. Η τρελή κατάσταση συνεχίζεται και τον Δεκέμβριο του 1916 γαλλικά στρατεύματα ενεργώντας για λογαριασμό της Αντάντ αποβιβάζονται στον Πειραιά. Ακολουθούν μικρής κλίμακας εχθροπραξίες, βομβαρδισμός της Αθήνας κυρίως περιοχών κοντά στα ανάκτορα, ναυτικός αποκλεισμός της Αττικής ο οποίος επεκτείνεται σε όλα τα λιμάνια της νότιας Ελλάδας. Το επακόλουθο των αποκλεισμών είναι να ξεσπάσει λιμός σε αυτές τις περιοχές. Στην διένεξη επεμβαίνει και η εκκλησία της Ελλάδας που αφορίζει τον Βενιζέλο.
Η Ελληνική πολιτική στη συνέχεια συντονίζεται με αυτή της Αντάντ και με το τέλος του Παγκοσμίου Πολέμου υπογράφεται η συνθήκη των Σεβρών η οποία βάζει την Ελλάδα στο κάδρο των νικητών, με αρκετά εδαφικά κέρδη. Ο ελληνικός στρατός είναι λίγα χιλιόμετρα έξω από την Πόλη. Δικαιώνεται συνεπώς για μια ακόμη φορά η άποψη (που εγώ ίσως αυθαίρετα, αφού δεν έχω σχέση με την ιστορία, την αποδίδω στον Δηλιγιάννη) πώς αν η πολιτική υπακούει τις μεγάλες δυνάμεις, τελικά οι εκπρόσωποί της θα είναι με κάποιο θολό τρόπο κερδισμένοι τόσο στον μικροκομματικό κόσμο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο διεθνές πεδίο. Με αυτή τη λογική δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά στα πιστεύω ή τον τρόπο σκέψης μεταξύ Δηλιγιάννη – Βενιζέλου εκτός ίσως από τα συμφέροντα που υπηρετούν και τον βαθμό ευφυίας του καθενός.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΜΑΙΑ ΣΤΗΝ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ
Στο τέλος του 1918 τελειώνει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος αν και από τον Μάρτιο του 18 η Ρωσία είχε υπογράψει συμφωνία κατάπαυσης του πυρός με την Γερμανία (συνθήκη Μπρεστ – Λιτόφσκ). Λίγο πιο πριν οι Μπολσεβίκοι είχαν καταλάβει την εξουσία στη Ρωσία και το τοπίο είχε αλλάξει ριζικά σε όλο τον κόσμο.
Το νέο καθεστώς στη Ρωσία δεν μπορούν να το δεχθούν οι άλλες μεγάλες δυνάμεις και προσπαθούν με κάθε τρόπο να βοηθήσουν τους υποστηρικτές του Τσαρικού παρελθόντος. Με το τέλος του πολέμου η “προσπάθεια για βοήθεια” γίνεται στην ουσία στρατιωτική επέμβαση, με πρωταγωνιστές και σε αυτή την περίπτωση τις μεγάλες δυνάμεις. Οι ανάγκες της επέμβασης είναι μεγάλες και η Ελλάδα συμβάλει στην προσπάθεια, με την αποστολή εκστρατευτικού σώματος στην Κριμαία για να βοηθήσει τους “Λευκούς” στον αγώνα τους εναντίον των “Κόκκινων”. Μετά από μακροχρόνιο αγώνα οι Μπολσεβίκοι επικρατούν και η προσπάθεια των μεγάλων δυνάμεων για παλινόρθωση της Μοναρχίας ή έστω ενός πιο ανεκτού πολιτεύματος γι’ αυτούς αποτυγχάνει. Τα ξένα στρατεύματα αποχωρούν, αλλά το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα έχει άλλη αποστολή. Πρέπει να προστατεύσει τον Ελληνισμό της Μ. Ασίας.
Το γεγονός ότι μετά από λίγο ο ελληνικός στρατός βαδίζει προς την Άγκυρα, φανερώνει ότι η αναφορά στην ανάγκη προστασίας του Ελληνισμού της Μ. Ασίας (ή όραμα για την δημιουργία της Μεγάλης Ελλάδας), μάλλον πρέπει να ήταν δικαιολογία παρά σκοπός. Η Ελληνική ηγεσία υπηρετεί πιστά και αγωνίζεται για τα συμφέροντα των ξένων επικυρίαρχων δυνάμεων. Από το 1915 είναι επίσημα γνωστό ότι ο Ελληνισμός της περιοχής κινδυνεύει, αλλά η αλληλουχία των γεγονότων λέει ότι η αποστολή του εκστρατευτικού σώματος δεν είναι η προστασία του αλλά η παροχή υπηρεσιών προς την Βρετανία. Αυτό μας δείχνει ο δραματικός τρόπος που τελειώνει η εκστρατεία όταν οι Βρετανοί, κατ’ αρχή μετά από συνεννοήσεις με τους Γάλλους, εξοστρακίζουν τους Τούρκους από το Ιράκ και εξασφαλίζουν τον έλεγχο της πετρελαιοφόρου περιοχής της Μοσούλης. Εκτός αυτού είναι η ώρα κατά την οποία οι Δυτικοί σύμμαχοί μας πρέπει να κάνουν και κάποια εντυπωσιακή παραχώρηση – δώρο (σαν αντάλλαγμα;) στους Νεότουρκους, φοβούμενοι τυχόν προσέγγιση Κεμάλ – Λένιν. Πρέπει και ο Ατατούρκ να καταλάβει μια και καλή ποιος κάνει κουμάντο ευρύτερα στην περιοχή. Έτσι και έγινε.
Η άρχουσα τάξη στην Ελλάδα έπρεπε να είχε αντιληφθεί ότι με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου με κάποιο τρόπο είχαν έστω και προσωρινά, διευθετηθεί οι διαφορές των Δυτικών με τους Γερμανούς. Ότι τους χώριζε έχει πάει στην άκρη μετά τις υπογραφές για το τέλος του πολέμου και κύρια προτεραιότητα όλων είναι ο ΄΄πόλεμος΄΄ κατά των μπολσεβίκων.
Με αυτή τη λογική, η όποια διερεύνηση των γεγονότων που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα από το 1915 μέχρι το 1922 δεν θα είναι πλήρης αν δεν ερευνηθούν κυρίως από την σκοπιά των Μεγάλων Δυνάμεων. Ό,τι έγινε στη χώρα αυτό το διάστημα, σχεδιάστηκε σε ξένα επιτελεία και εκτελέσθηκε από τους Έλληνες στην καταγωγή εκπροσώπους τους, οι οποίοι σαν αμοιβή εξασφαλίζουν την διαχρονική παρουσία τους στην πολιτική σκηνή της χώρας. Αναλογικά μπορούν να θεωρηθούν σαν οι απαραίτητες «φαμίλιες» που εξελίσσονται σε δυναστείες εξυπηρέτησης ξένων συμφερόντων μέσα στη θολή και πάντα “μεταίχμια” ελληνική πραγματικότητα.
Συνεπώς η διερεύνηση μερικών γεγονότων που αυτά καθ’ αυτά έχουν τεράστιο ενδιαφέρον όπως για παράδειγμα οι αλλαγές κυβερνήσεων ή στρατιωτικών διοικήσεων, η απόπειρα δολοφονίας Βενιζέλου, ή η περίπτωση του Πρίγκηπα Ανδρέα, είναι αδύνατη αν μείνει στα στενά ελληνικά όρια. Ίσως μάλιστα συσκοτίζονται τα γεγονότα, διαχέονται οι ευθύνες και πειστική απάντηση στο ερώτημα γιατί η προστασία του Ελληνισμού έγινε Μικρασιατική Εκστρατεία δεν μπορεί να δοθεί.
Η αλήθεια πιθανά να προβάλει δειλά μέσα από το μεγάλο πλαίσιο το οποίο μας περιγράφει το τέλος του πολέμου, το μεγάλο φόβο για την άνοδο των μπολσεβίκων και αλίμονο αν ο Κεμάλ συμπορευότανε με τον Λένιν. Ίσως με τον Ελληνισμό της Μ. Ασίας να χάθηκε (εξαγοράσθηκε) και η δυναμική του κινήματος των Νεοτούρκων.



